. Φλωρεντία, Αλαμπάμα (*) 16/08/2006

Ακούω τον καινούριο Ντύλαν. Το λέει, ξανά και ξανά, κλείνοντάς μου το μάτι. Where the southern meets the yellow dowg.

Στο Μουρχεντ. Ήθελα να είναι η πιο όμορφη φωτογραφία απ όλες. Δεν προσφερόταν, μα ήθελα. Ήθελα να είναι τόσο όμορφο όσο η μυθολογία που λέει πάντα την αλήθεια.

Όταν φτάσαμε στο Μουρχεντ, πάρκαρα μπρος στο ταχυδρομείο. Λίγο πιο πίσω, πιο κοντά στις γραμμές, είκοσι μέτρα από κει που the southern meets the yellow dowg, ήταν καθισμένος μες στην τεράστια παλιά λίνκολν του. Τα παράθυρα ανοιχτά. Δεν τον φόβιζε η υγρασία, η ζέστη. Άκουγε τα μπλουζ.


Mούρχεντ, where the southern crosses the yellow dawg

Δεν τόλμησα να πάω κοντά. Θέλω να πω, έμοιαζε να μη θέλει να τον ενοχλήσουν. Για κάποιο λόγο ήξερα ότι ήταν κι εκείνος προσκυνητής, σαν κι εμάς. Ίσως η πινακίδα του Ιλλινόι, λαντ οβ Λινκολν, σε μια Λινκολν. Όμως, τον κοίταξα και χαμογέλασα, όταν πέρασε ένας πιτσιρικάς μες σε λευκό χιουντάι με χιπ χοπ στη διαπασών. Δεν έμοιαζε να τον είχε νοιάξει. Κάθησε μέχρι να τελειώσει το τραγούδι κι ύστερα έβαλε μπρος. Χωρίς να χαιρετήσει.

Δεν ξέρω αν ο Χάντυ έλεγε αλήθεια, αν όντως ήταν υλικός, σάρκινος, αυτός ο άγνωστος πρώτος μπλουζμαν που τραγούδησε αυτήν εδώ την διασταύρωση των τραίνων. Θα μπορούσε να είναι ένα όραμα. Η κρυφή μηχανή του χρόνου που μετέφερε τον Μπομπ Ντύλαν σε κείνο το σημείο, ακόμη ακόμη, γεννώντας τον κύκλο που δε φαίνεται να σπάει.

Είναι μοναδικός ο τρόπος που κι αυτή η ιστορία λέει πως ότι αληθινό και πρωτότυπο γεννιέται, γεννιέται από το λαό. Και οφείλει να «ανακαλυφθεί». Το σκέφτομαι, στην εποχή που οι λαοί περιφρονούνται κι η ατομική «δημιουργία» θεοποιείται. Ένας άγνωστος μαύρος με μια κιθάρα, σε ένα σταθμό του τραίνου στο Τουτβάιλερ, τραγουδάει ένα παράξενο τραγούδι που δε μοιάζει με κανένα άλλο απ όσα τραγουδήθηκαν ποτέ. Τραγουδάει το πρώτο μπλουζ που ξέρουμε. Και τυχαίνει από κει να περνά, την ίδια ώρα, περιμένοντας το ίδιο τραίνο, για να καθίσει σε άλλο βαγόνι, καλύτερης θέσης μα πάντα μόνο για μαύρους, ο W.C. Handy, ο Ουίλλιαμ Κρίστοφερ, son of a preacher man της Αλαμπάμα, που όλη του τη ζωή πάλευε με την τύφλωση, την αρρώστεια των ποιητών κι έφτασε να γράφει τη μουσική του με μπράιγ… Μορφωμένος μουσικός και πρωτεργάτης λαϊκών μουσικών σχημάτων – κυρίως για λευκούς.

Ένας αμόρφωτος άνθρωπος παίζει μια παράξενη μουσική. Ένας μαύρος άνθρωπος καθισμένος κοντά στις γραμμές του τραίνου, εργάτης στα μπαμπακοχώραφα, παίζει μια παράξενη μουσική. Τραγουδά για τις γραμμές του τραίνου. Where the southern meets the yellow dowg. Και εκείνη την ώρα τυχαίνει να τον ακούσει ένας από τους πιο μορφωμένους μαύρους της «ζώνης της Βίβλου» εκείνη την εποχή. Τρίτη γενιά μορφωμένων μαύρων, εκείνη την εποχή. Το τραγούδι τον συγκλονίζει. Η συνάντηση των ταπεινών. Η στιγμή που γεννιέται η σημαντικότερη μουσική του 20ου αιώνα.

Η ιστορία έχει όλη τη δύναμη του μύθου. Αν δεν είχε γίνει, θα έπρεπε να τον κατασκευάσουν.

Ο ρόλος του διανοούμενου Handy, όπως και κάποιων ελλήνων αστών διανοούμενων πριν από δεκαετίες, είναι να υπηρετήσει το λαϊκό, το ανώνυμο. Να επιδείξει ταπείνωση, να κατανοήσει ότι η γνώση που του δόθηκε είναι για να υπηρετήσει. Να ακούσει. Να αναδείξει. Κι έτσι, γίνεται πατέρας. Πατέρας των μπλουζ. Του το αναγνωρίζουν όλοι. Όχι γιατί γέννησε – αλλά γιατί αναγνώρισε, περιμάζεψε κι ανέδειξε.

W.C. Handy, Memphis

Ναι. Η ιστορία έχει όλα τα χαρακτηριστικά του μύθου. Όπως αξίζει.

* «Κει που ο ποταμός Τεννεσσής, σα φίδι ασημένιο, στροβιλίζεται μες απ τους λασπερούς βράχους της Αλαμπάμας, στέκεται ψηλά χτισμένη, στους ίδιους λόφους, η πατρίδα μου, η Φλωρεντία». Νταμπλγιού Σι Χάντυ, πατέρας των μπλουζ.

Ένα σχόλιο:

  1. ανώνυμος έφα:

    “Ένας αμόρφωτος άνθρωπος παίζει μια παράξενη μουσική.”
    Σχήμα οξύμωρο;
    Ένας αμόρφωτος άνθρωπος που διαμορφώνει μουσικό λόγο;

    O Handy έκαμε ότι και ο Pernot στη Χίο, o Baud-Bauvy στα δωδεκάνησα, αργότερα η Odeon και η Orfeon Records στην Πόλη και πολύ πιο πριν διάφοροι συλλέκτες μουσικής.
    Η διαφορά, ότι δεν κινήθηκε από παράπλευρα ενδιαφέροντα, όπως η γλωσσολογία ή τα οικονομικά οφέλη, αλλά από τη δίψα που έσειε και ανθρώπους όπως τον Πέτρο τον Πελοπονήσιο, τον Béla Bartók ή τον Tamburi Cemil Bey…

    Τέλος πάντων, καλά μας τα λέτε δεσποσύνη, ωραία!

Εσείς τι λέτε;