. Το μόντεμ θα σφυρίξει τρείς φορές… 20/08/2006

Τρεις μέρες χωρίς ίντερνετ – δεν αντέχεται. Ακόμη και τώρα που γράφω δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να ποστάρουμε. Αν διαβάζετε, τα καταφέραμε μάλλον…

Στο Νασβιλ οι οικοδεσπότες μας (καουτσέρφερς) δεν είχαν ίντερνετ. Είχε χαλάσει το κομπιούτερ, το είχαν δώσει για φτιάξιμο και ακόμη δεν έχει επιστραφεί. Δύο μέρες εκεί, στη σιωπή. Ύστερα είπαμε να απολαύσουμε τη φύση και πιάσαμε το Νάτσεζ Τρέης (ούτε τηλέφωνο δεν πιάνει εκεί μέσα…). Ο γνωμοδότης μας βγήκε πολύ φυσιολάτρης. Κυνηγιόταν με τα σκιουράκια στο πάρκο του Παρθενώνα του Νάσβιλ, τάιζε από τη φούχτα του τις πάπιες, έκανε τα γλυκά μάτια στα ζαρκαδάκια (τα άψητα)… Μα τι ευαίσθητος ψυχή! Ε, τώρα φτάσαμε σε ένα μοτέλι και ενώ δείχνει να έχει ιντερνέτι, δε μας αφήνει να δούμε τίποτε. Συνομωσία, κυρίες και κύριοι! Είμαι σίγουρη!

[κι ενώ ο ινδός μάνατζερ αποκαθιστά τη βλάβη…]

Στο Νάσβιλ ακούσαμε κάντρυ. Πολύ. Χαζέψαμε την πόλη, τον ουρανοξύστη της Μπελσάουθ που τον φωνάζουν Μπάτμαν για προφανείς λόγους, ψωνίσαμε το κατιτις μας κι ήπιαμε απίστευτο μιλσέηκ, απολαυστικό, σε ντάινα απολύτως φίφτυζ. Τώρα που είπα φίφτυζ, είχε κι ένα μαγαζί όλο αντικείμενα φίφτυζ που αμα μπορούσα θα έφερνα την αντιπροσωπεια στην Ελλάδα. Χάζεψα (κι είχε κι έναν Ώστιν Πάουερζ σε φυσικό μέγεθος – Γκρούβυ μπέημπυ!).

Έμαθα να ξεχωρίζω την κάντρυ από την ολ σκουλ και από το μπλουγκρας. Θα σου πω μετά. Κουράστηκα και νευρίασα με τη εκμετάλλευση του Έλβις. Και συγκινήθηκα με την αγάπη που έχουν στο Τζώννυ.

Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή: στο Νάσβιλ οι άνθρωποι δεν φοράνε καουμπόυκα καπέλα και καουμπόϊκες μπότες. Όπως μας είπε ο φίλος μας ο Μάρτιν, από αυτά αναγνωρίζουν τους τουρίστες. Ίσως και τους μουσικούς της κάντρυ που οφείλουν πολλά στην εικόνα τους και σέβονται απολύτως τα στερεότυπα. Απ΄ό,τι κατάλαβα πάντως τα αγόρια βρίσκουν πολύ ενδιαφέρον το καουμπόικο στυλάκι στις κορασίδες.

Το πιο ενδιαφέρον για εμάς μνημείο του Νάσβιλ είναι ο Παρθενώνας, όχι μόνο επειδή είναι ακριβές αντίγραφο του δικού μας, αλλά και γιατί αναπαλαιώθηκε κατ’ απαίτηση των κατοίκων της πόλης, που θεωρούν ότι συμβολίζει την αγάπη τους για τα γράμματα και τις τέχνες.

(Πολύ σκιουράκι βρε αδερφέ μου γύρω από τον Παρθενώνα…)

Εντωμεταξύ, η πολιτεία γιόρτασε την διακοσιάδα της πριν δέκα χρόνια, και έχουνε φτιάξει ένα μνημείο-πάρκο, στο οποίο τιμούν την ιστορία τους, τους σημαντικούς τενεσσιώτες και τις σημαντικές τενεσσιώτισες, αλλά και τον τωρινό πληθυσμό που προσέφερε για να στηθεί το μνημείο. Περιδιάβαινα την καταγραφή της ιστορίας τους και σκεφτόμουνα ότι αν γινόντανε κάτι τέτοιο στην Ελλάδα θα μας την πέφτανε οι Νταλάρες ότι τολμάμε να συνδέσουμε το παρόν με το παρελθόν (μεγάλο αμάρτημα).

Κατά τα άλλα, το κέντρο της πόλης πουλάει παραμύθι. Μπότες, σπιρούνια και καυτές σέλλες. Ελπίζω ο γνωμοδότης να μπορέσει να ανεβάσει το καταπλητικόν βίνδεον γελαδάρη κατάξανθου καπελωμένου και νταγκλαρά, ο οποίος υπό τους ήχους λάιβ κάντρυ μουσικής και συνοδεύοντας πέντε (5) κυρίες κοιτούσε με απορία μια το μοναδικό σκαμπό του τραπεζιού του που περίσσευε και μια τις κυρίες, για να καταλήξει να τους πεί μιλώντας σε όλες και δείχνοντας το ένα (1) σκαμπό: “Καθίστε”.

Γαστρονομικόν: την πρώτη μέρα στο Νάσβιλ φάγαμε τα φημισμένα πανκέηκς του “πάνκεηκ πάντρυ”. Τη δεύτερη μέρα πήραμε το πρωινό μας σε ένα άλλο θρυλικό στέκι, το “λάβλες μοτέλ”. Ψηφίζω δακτωτό πανκέηκ πάντρυ, το λόβλες μοτέλ με απογοήτευσε σε επίπεδο χαμ. Τα υπόλοιπα παρέμειναν στο ύψος τους. Πιο πάνω απ το ύψος τους, τα ναϊφ ως κακά, αλλά συγκινητικά έτσι και αλλοιώς πορτραίτα του Τζώννυ στους τοίχους.

“Φιλαράκι, έχεις να μου δώσεις κάτι για να βγάλω το εισιτήριο να γυρίσω Καρδίτσα;”. Αν αλλάξεις την Καρδίτσα με Σόμθινγκβιλ και μεταφράσεις την φράση στα αγγλικά παίρνεις μια γερή γεύση της νυχτερινής ζωής στην πόλη. Το Νάσβιλ δεν είναι επικίνδυνο, αλλά η φτώχεια και ο αλκοολισμός δεν λείπουν από τους δρόμους του.

(εδώ παραδίδω το πληκτρολόγιο στο γνωμοδότη):

Λόγκανς Πλέης: όχι πολύ γαστρονομικό, αλλά χορταστικό. Πρόκειται για μια μικρή αλυσίδα βλάχικων στέηκχάουσις, με μπριζόλες του μισού κιλού, ρουστίκ διακόσμηση (αν είσαι από χωριό του Τέννεσση) και βρώμικο πάτωμα από παράδοση: ο πελάτης σερβίρεται το φυστίκι του όσο περιμένει το κυρίως γεύμα, και τα τσόφλια πάνε στο “μεγάλο τασάκι”.

Δι Νάτσεζ Τρέης: ένα δασικό δρομάκι μόλις 280 μιλίων, το οποίο ξεκινάει από το Νάτσεζ (Μισσισσίπη) και καταλήγει στο Νάσβιλ (Τεννεσσή). Το δασικό αυτό δρομάκι είναι περισσότερο άνετο και φροντισμένο από την Αττική Οδό (είπα ότι είναι 280 μίλια;). Οδηγείς ανάμεσα σε πανύψηλα δέντρα (10 εως 20 μέτρα), που κρύβουν από ζαρκάδια και σκίουρους (άντε πάλι με τους σκίουρους) ως άγριες γαλοπούλες (Wild Turkey!) και αρκούδες. Το σκηνικό γαρνίρεται με γραφικά ποταμάκια και λιμνούλες και παραδοσιακές καλύβες από κορμούς δεντρων. Για την ιστορία και τη σημασια του δρόμου αυτού, περισσότερα στην βίκυ.

(εδώ ξαναπαίρνω πληκτρολόγιο η Μιρανδολίς)

Το πιο όμορφο προάστειο του Νασβιλ το λένε Μπελ Μηηντ. Αν το κατοικούσαν έλληνες της επιλογής μου, έμενα κι αύριο, λέμε.

Μου αρέσει η επιμονή των αμερικάνων στην παράδοση. Από το φαγητό που τρώνε ως το αυτοκίνητο που οδηγούν και τον τρόπο που διακοσμούν τα σπίτια τους, όλα θυμίζουν ή προσπαθούν να θυμίσουν “μια άλλη εποχή”. Μοιάζει γελοίο σε μας που έχουμε τόσην ιστορία, μα αν το καλόσκεφτείς είναι συγκινητικό και δείχνει κάποιαν αθωότητα.

Το Σάββατο, από χωρίου εις χωρίον, ανακαλύψαμε ότι αποτελεί την ημέρα των γιαρντ σέηλς, δηλαδή των αυλικών πωλήσεων, δηλαδή ο αμερικάνος ξεκαθαρίζει ότι δε χρειάζεται κι αντί να το δώσει στον όλα τα παλιά αγοράζω το πουλάει στον πάσα ενδιαφερόμενοω γείτονα. Μ αρες.

Το καλύτερον της Αλαμπάμας (εκτός του ότι φτάσαμε στα σύνορά της με το Σουητ χοουμ αλαμπάμα στη διαπασών) ήταν οι Αμις που μας περίμεναν στα σύνορα. Βγάλαμε φωτό μόνο έναν αμαξά – ο γνωμοδότης σεβάστηκε την πίστη τους που απαγορεύει τις φωτογραφίσεις. Είναι πολύ χαριτωμένοι οι Άμις – κυρίως τα μικρά κορίτσια που έτσι ντυμένα και πουλώντας πίττες στο δρόμο, θύμιζαν “μικρό σπίτι στο λιβάδι”.

υγ Το πρωί της πρώτης μέρας πήγαμε στο Τζώνυ, στους κήπους του Χεντερσονβιλλ. Μ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Είναι δίπλα στην αγάπη του – γράφει στο παγκάκι που ξεκουραζεται ο περαστικός (γιατί όλα τα φροντίζει ο Τζώννυ μου) ότι η ζωή αξίζει όσο τη μοιράζεσαι με τους αγαπημένους. Πήγα αγαπώντας τον, έφυγα σίγουρη πως είναι στην αγκαλιά του Χριστού μας.

Υγ2 Ξερω γιατί το δίσκο του ο Βαν τον είπε Τούπελο. Ο Έλβις εκεί ξαναγίνεται ηγαπημένος. Αξίζει όσο κι ερμηνεύει 10 γκρέησλαντ αυτό το τοσοδούλικο σπιτάκι των παιδικάτων του.

9 σχόλια:

  1. zouri έφα:

    πολυ ωραιο ποστ.

  2. Μαύρος Γάτος έφα:

    Καλημέρα και να περνάτε καλά.

    Αυτός ο Παρθενώνας είνα χωρίς ζωφόρο ή μού φάνηκε;;;;

    Επίσης το υλικό δεν θυμίζει και πολύ πεντελικό μάρμαρο….

    (ναι, όλα δικά μου τα θέλω!!!! Η λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά….

    Σ;)))

  3. akindynos έφα:

    Γνωμοδότη όλη αυτή η αγάπη για τα σκιουράκια, πέρα από τα κρύα πειράγματα της Μιραντολίνας, φαίνεται να έχει προκαλέσει μια άμβλυνση του μαθηματικού σου κριτηρίου.

    Πήρες τα 444 και τα διαίρεσες με 1.6 για να κάνεις μίλια. Αλλά αυτά (μισό… ουστ παλιοσκίουρε… μπακ), αυτά λοιπόν ήντουσαν από την αρχή μίλια. Το οποίον σημαίνει είναι το νατσεζ τρεις είναι 700 και βάλε χουλουμου.

    Δηλαδή χονδρικά όσο η ΠΑΘΕ. Ήγουν, Πάτρα-Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Εύζωνοι με δυο παπούτσια πάνινα.

    Σίγα το πράγμα! Σσσσς (συριγμός περιφρόνησης για τα έργα και τις ημέρες των φονιάδων των λαών αμερικανοί)

    Έχουν μια ΠΑΘΕ χωρίς σουβλατζίδικα, χωρίς βενζινάδικα, χωρίς εικονοστάσια, χωρίς πέταλο μαλιακού, χωρίς τίποτα ουσιαστικά.

    Μόνο εκατομμύρια σκιουράκια. Να τα χαίρονται οι νεοφιλελεύθεροι λαιλαπες

    (πλάκα θα έχει να αμολύσετε κανένα σκιουράκι μέσα στο αεροπλάνο της επιστροφής)

  4. ανώνυμος έφα:

    Συγχαριτήρια!
    (Ή συλλαλητήρια, όπως προτιμάτε…)
    Όντως, τα καταφέρατε!
    Το τρεις μέρες χωρίς ανταπόκριση δεν αντέχεται επίσης.

    Υ.Γ.
    Ο παρθενώνας εκεί δεν είναι ακριβές αντίγραφο του εδώ (ξέρεις, πάνω στο βράχο) γιατί δεν τον βομβαρδίσανε επίσης.
    Ακόμα.
    Το τυχαίο (της μορφής της καταστροφής) και ο ρόλος του στην τέχνη και τη θρησκεία.

    Υ.Γ. 2
    Και ο θάνατος;
    Αξίζει κι αυτός όταν τον μοιράζεσαι με αγαπημένους άραγε;
    Θα μας το πει ο Τζώννυ σου σαν κάνουμε θυσία στη χώρα των Κιμμερίων και του δώσουμε να πιεί αίμα ζεστό;
    Ή μας το είπε κιόλας πριν φτάσει στον τόπο;
    Αυτός κι άλλοι πολλοί που τέτοιο θάνατο ζήτησαν;

  5. nbk έφα:

    θεωρητικά το γατί ζει ακόμα. στοπ
    έχω να το δώ κάτι βδομάδες. στοπ
    εκτός και αν ζούμε την εκδίκηση των σεφ και το πνεύμα του Darth Brillat-Savarin κάνει επιδρομές στο φαι. στοπ
    αυτή η θεωρία όμως δημιουργεί ερωτήματα ως προς το γιατί αφήνει τα περιτώματα σε συγκεκριμένο μέρος. στοπ
    το πνεύμα. στοπ
    ακόμα τενεσή είστε? στοπ
    μήπως σέρνεστε? στοπ

    διατελώ ιερόσυλα.

  6. gregykapogeorge έφα:

    Μου άρεσε πολύ το σημερινό! Μπορεί να έφταιγε και η 3-ήμερη στέρηση…

    Σας βλέπω πάντως να παθαίνετε cultural shock στην επιστροφή!…

  7. ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ έφα:

    Χαίρομαι ποὺ περνᾶτε καλά!

    Εἶδα Παρθενώνα καὶ μπῆκα.
    Ἡ ζωφόρος εἶναι στὸν τοῖχο (στὸ ἐπάνω μέρος τοῦ σηκοῦ) πίσω ἀπὸ τοὺς κίονες· δὲν φαίνεται ἀπὸ ἔξω.
    Διάβασα ὅτι χτίστηκε τὸ 1897. Τὸ 1990, λέει, ἔφτιαξαν καὶ τὸ μεγάλο ἄγαλμα τῆς Ἀθηνᾶς, τὸ ὁποῖον (θυμήθηκα ποὺ τὸ εἶχα διαβάσει καὶ τὸ βρῆκα) χρωμάτιζαν καὶ ἐπιχρύσωναν τὸ 2002! Εἶναι ἔτοιμο τώρα;

    Πολὺ ὡραῖο!

    Ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι Παρθενών. Διότι, κατ᾿ ἀρχήν, θὰ ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνεται ὁλόκληρος ὁ Ἱερὸς Βράχος καὶ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν (μαζὶ μὲ τὸν Σαλπιγγίδη) τὰ ὁποῖα εἶναι ἀλληλένδετα μὲ τὸ μνημεῖον.

  8. mirandolina έφα:

    Ναι, η Αθηνά είναι μια κούκλα η παρθένος και ίσως γι’ αυτό κοστίζει το εισητήριο για να την δείς.

  9. andy dufresne έφα:

    Ένα τριαντάφυλλο κι από μένα στον Johnny.

    Πόσο σας ζηλεύω…
    Όσο βλέπω να προχωράτε, τόσο ωριμάζει η ιδέα να σας μιμηθώ μια μέρα.

    Προχωράτε, ακολουθούμε.

Εσείς τι λέτε;