. Έχε γειά, Highway 61 24/08/2006

Χτες αφήσαμε τον 61. Ολοκληρώσαμε την πορεία μας πάνω στο δρόμο της αμερικάνικης μουσικής και, μαζί, της τόσο δικής μας. Έτσι ταξίδευαν κι οι μπλουζμεν. Έφταναν ως το Νταβενπορτ με τον 61, κι ύστερα άλλαζαν δρόμο – τσιφ για το Σικάγο. Παίρναν τον ζυγό. Οι ζυγοί δρόμοι πάνε δύση ανατολή, οι μονοί βορρά- νότο. Αφήναν λοιπόν το μονό 61 για κάποιον από τους ζυγούς. Για τα δυνατα φωτα, τη μεγάλη πόλη. Για τον τόπο που έκανε το μπλουζ ηλεκτρικό. Για κει βάλαμε πλώρη κι εμείς. Με μια μικρή παράκαμψη.

Πριν απ αυτά, ταξιδέψαμε την Άιοβα.

Το Μουσκατίν έχει βαφτιστεί “μαργαριτάρι του Μισσισσιππή”. Είναι μια γραφική πόλη, καλοβαλμένη, που κάποτε υπήρξε πλούσια, χάρη στα κουμπιά. Εδώ γίνονταν τα σεντεφένια κουμπιά, από δω ξεκινούσαν για να καταλήξουν στα πουκάμισα του παππούλη μας. Το χρήμα από τα κουμπιά έφερε στην πόλη την τέχνη. Έτσι, το σημερινό – και τόσο αδικημένο στο όνομα- Μουσκατίν, μια τόση δα επαρχιακή πόλη, για τα αμερικάνικα δεδομένα, φιλοξενεί ένα πολύ ενδιαφέρον μικρό μουσείο, με Σαγκάλ, Ματίς, Ρουώ (Ρουώ!), Πικάσσο, Ντυφύ, Ουτρίλο, Ρενουάρ μέχρι κι ένα μολύβι του Μοντιλιάνι.

Στο δρόμο για το Ντάβενπορτ και πριν το Μουσκατίν, λίγο μετά που αφήσαμε το Κρυεκούκι, είδαμε μια μικρή ρεστερία στις όχθες του μεγάλου ποταμού που διέφερε από τις άλλες. Ήταν ξύλινα όλα, τα παγκάκια, το περίπτερο, κι ήσουν λίγα μολις μέτρα από τη βαλτερή όχθη του Μισσισσιππή. Κατεβήκαμε για λίγη ξεκούραση και βρεθήκαμε μπρος στη μαγεία: στρέμματα επί στρεμμάτων νούφαρα. Όλο το ποτάμι, για εκατοντάδες μέτρα, από την όχθη κι ως τα μισά του, ήταν σκεπασμένο νούφαρα.

Από δω είχαν περάσει οι Μορμόνοι, διωγμένοι από την Ναουβού, την Όμορφη Πόλη που είχαν χτίσει, ακέφαλοι μετά τη δολοφονία του προφήτη τους. Άφησαν το Ιλινόι της Ναουβού για την Άιοβα. Πέρασαν το ποτάμι για να σωθούν. Πόσες φορές, σε πόσες ιστορίες, αυτός ο ποταμός δεν έγινε σύνορο ανάμεσα στη σωτηρία και την καταστροφή… Τώρα, στο σημείο της όχθης, μπάυ δε ρίβερ οβ, που στάθηκαν πικραμένοι, φοβισμένοι, τρέμοντας από το κρύο, να ξαποστάσουν, έχουν στήσει ένα μικρό μνημείο. Πόσος ανθρώπινος πόνος. Πόση δυστυχία. Το ποτάμι των δακρύων. Που, τόσες φορές συναντήθηκε με το Trail of Tears στη διαδρομή, τόσες φορές σε καλούσε να προσκυνήσεις τον πόνο και τη θλίψη του πλάνητα που κανείς δε φιλοξένησε, του γυμνού που κανείς δεν έντυσε, του πεινασμένου που κανείς δεν τάισε. Πάντα σε τέτοιους τόπους νοιώθω πως εδώ είναι οι αδελφοί μου. Οι σκλάβοι που σηκώσαν κεφάλι κι έφτιαξαν τον “Υπόγειο Σιδηρόδρομο”, οι μπλουζίστες του νότου που κάναν τραγούδι τα κομμάτια τους, οι Τσερόκυ του Δρόμου των Δακρύων, οι Μορμόνοι της Ναουβού…

Κατεβήκαμε και στο κοντινό χωριό. Είχε λαϊκή. Οι άνθρωποι εδώ είναι οι πανταχού αγρότες. Φτωχοί, φιλόξενοι, μια δύο κατσικούλες, άντε και καμμιά κότα, όλη μέρα στο χωράφι, το μπαξέ τους, να παλεύουν με τη φύση. Εχουν ξεμείνει και μερικοί μορμόνοι, με τα χαριτωμένα μουσάκια τους, να καλοσωρίζουν τις ουκρανέζες! Απίστευτο κι όμως αληθινό: επειδή μία φοιτήτρια εξ ανταλλαγών από την Ουκρανία επέλεξε να έρθει στο χωριό τους να μείνει, της στήσανε ταμπέλα υποδοχής. (Εδώ κοντά είναι ένας κάμπος του Σαουθήστερν Ουνιβέρσιτυ).

Πήγαμε και στην πρώτη πρωτεύουσα της Άιοβας, το Μπλουμινγκτον. Όμορφες γειτονιές, κόκκινο τούβλο και κήποι, παιδιά με ποδήλάτα και υπνηλία. Μια σειρά σπιτιών χτισμένων πάνω από το ποτάμι, στο γκρεμό, μου έκλεψαν την καρδιά. Δε σερβίρουν πουθενά καφέ μετά τις 11, να ξέρετε.

“Για μια δυό μέρες δε θα μπορούμε να ποστάρουμε. Θα πάμε στην περιοχή των Άμις του Ιλλινόι. Ελπίζω να μη μας βάλουν να δουλέψουμε σκληρά για το ψωμί μας, όπως τα τρυφερά πόδια στις ταινίες.” Ετσι έγραφα το πρωί. Τόσο ήξερα, τόσο έλεγα. Μετά την εκδρομή στην περιοχή των Άμις έμαθα τις διαφορές μεταξύ αυτών, των αυστηρών μεννονιτών και των μετριοπαθών μεννονιτών. Η εκδρομή μας ήταν σαν πέρασμα από βιτρίνες, όμως. Άνθρωποι μιας άλλης εποχής, αυτοί που σώζουν το σπόρο της γης τον μη μεταλλαγμένο, οι φύλακες της κιβωτού της φυσικής διαθήκης – τι άλλο να καταλάβεις χαζεύοντας τον τρόπο που ντύνονται ή που μετακινούνται; Περισσότερα μάθαμε αφήνοντας τον τόπο των Αμις και ερχόμενοι στην αναρχοχριστιανική κομμούνα του Σαμπέην, όπου και μας φιλοξενούν. Στην απογευματινή μελέτη του ευαγγελίου ήταν ένας πρώην Άμις και δύο μεννονίτες. Θυμήθηκα το εξαιρετικό βιβλίο του Κον για τους αναρχικούς του μεσαίωνα (αναβαπτιστές).

Τα παιδιά και λιγότερο παιδιά της κομμούνας είναι θησαυροί. Εξω οι μεννονίτες, οι λοιποί προέρχονται από το ρωμαιοκαθολικισμό. Η συντροφικότητα κι η αλληλεγγύη ήταν οι υπενθυμίσεις της ημέρας.

Μόλις το εντοπίσαμε στο χάρτη, δεν μπορούσαμε να μην περάσουμε και από το παντελώς άγνωστο, χωριουδάκι Gays. Αν μη τι άλλο, ελέω ονόματος. 300 κάτοικοι όλοι και όλοι (“Gays 300”, πληροφορεί η πινακίδα στην είσοδο του χωριού), αλλά με δική του εκκλησία:

Στο πίσω μέρος του μυαλού:

Είναι πολλά αυτά που κουβαλάει κανείς στο ταξίδι αλλά πολλά κι αυτά που ανακαλύπτει. Κυρίως για τον εαυτό του. Είναι κάποιες ώρες που αφήσαμε τον 61 κι από τότε με φλερτάρει η νοσταλγία. Θυμάμαι όσους συνάντησα, υποσχέσεις που πρέπει να κρατήσω, όσα δεν πρόλαβα να κάνω και μάλλον δε θα κάνω ποτέ. Δεν υπάρχει “άλλη φορά”. Αν ξανάρθω, θέλω να γίνω παιδί. Να πάω στο Γκραν Κάνυον, στο Γιοσεμάιτ, στο Τέξας των καουμπόυκων θημ παρκς, στη Ντίζνεϋλαντ, βρε αδελφέ. Αυτό το ταξίδι, το τωρινό, έχει πολύν οδύνη. Που γίνεται βαθύτερη όταν καταλάβεις ότι, αν δεν ήταν για τον τουρισμό (τον ευρωπαϊκό κυρίως), θα τα χαν γραμμένα τα μπλουζ. Αυτό το ταξίδι δε μοιάζει με κανένα.

Υγ τα Κουαντ Σίτυζ, το Νταβενπορτ κι η παρέα του, ήταν η κατάληξη του χάιγουέη 61 για τους μπλουζίστες. Εχουν μεγαλο μπλουζ και τζαζ παρελθόν. Κι ο Beiderbecke γεννήθηκε σ αυτή τη γειτονιά. Για τον ανώνυμο του προηγούμενου, αυτά.

4 σχόλια:

  1. ανώνυμος έφα:

    Κανένα δε μοιάζει με άλλο.
    Για αυτό δεν το ταξιδεύουμε
    αυτό το ταξίδι;
    Και οι οδύνες
    είναι αναπόσπαστο μέρος της γέννας.
    Για αυτό δεν τις (κρυφο)αποζητάμε
    κάθε τόσο;

    The sun is shinin’, although it’s raining in my heart
    While soft the wind blew down the glen and shook the golden barley

  2. kerasia έφα:

    Στο πίσω μέρος του μυαλού τα σπουδαία.
    Εγώ πρώτη φορά εδώ (εκεί). Και είναι ωραία.
    Να’ στε καλά και να (μας) ταξιδεύετε.

  3. akindynos έφα:

    Ξέρετε, υπάρχουν και κάποιοι που αρνήθηκαν να πάρουν το μονοπάτι των δακρύων. Μείνανε στη γη τους και πολεμήσανε. Ο αμερικάνικος στρατός δεν μπόρεσε να τους νικήσει στη μάχη. Κι έτσι έκανε αυτό που και ο χειρότερος στρατός ξέρει να κάνει καλά. Τους πυρπόλησε το ρύζι.

    Οι ινδιάνοι Σεμινόλες από ρύζι δεν κατέχανε βέβαια. Το καλλιεργούσανε οι μαύροι Σεμινόλες. Δραπέτες σκλάβοι στους οποίους παρέχανε άσυλο.

    Υπάρχει κι ένα ουεμπ σαιτ με την ιστορία τους, των μαύρων περισσότερο. Το σάιτ έχει το όνομα του αρχηγού τους. Και εχει μια συγκινητική φράση. Πως όταν απορρίψανε το τελεσίγραφο, οι ινδιάνοι Σεμινόλες πολεμήσανε για τη Γη και οι μαύροι Σεμινόλες για την Ελευθερία.

    Τελικά πήρανε κι αυτοί το δρόμο της ταπεινωτικής προσφυγιάς και περάσανε με τη σειρά τους δυτικά του Μισισίπι. Αλλά όχι όλοι. Τα καλύτερα παιδιά, κόκκινοι και μαύροι, περάσανε νότια ενός άλλου ποταμού. Του Ρίο Γκράντε. Στο Μεξικό!

    Ο αρχηγός που αναφέρω παραπάνω ήταν ο Γιάννης ο Άλογος. Δεν αστεύομαι!. Επίσης είχε και μια αδερφή την οποία, κρατηθείτε, τη λέγανε … να δείτε πως τη λέγανε … το βρήκα, Χουάνα. Δεν είναι άσχημο όνομα αλλά γνωρίζουμε και πολύ καλύτερα.

    (ζωγραφιά του Γιάννη του Άλογου, για ότι χρήση ήθελε προκύψει)

  4. evee έφα:

    Εξαιρετικό blog! Ζηλεύω τρελά. Τελεία και παύλα. Πάω να σας αφιερώσω ένα post να μάθετε. :Ρ

Εσείς τι λέτε;