. Where they got the Picasso… 29/08/2006

“Το θέμα είναι να μπορέσουμε να φέρουμε περισσότερους νέους στα μπλουζ σήμερα. Δεν είναι εύκολο. Προτιμούν το χιπ χοπ, λογικό είναι. Υπάρχει πολύ φτώχεια στο γκέτο και ξέρουν ότι ο μόνος τρόπος να βγουν γρήγορα από εκεί μέσα είναι το χιπ χοπ. Το μπλουζ δεν είναι έτσι. Το μπλουζ είναι δύσκολο, δε φέρνει εύκολα την επιτυχία”.

“Μη κοιτάς εμένα. Εγώ μεγάλωσα με τους μεγάλους. Όταν από μικρό παιδί είσαι με ανθρώπους σαν τον πατέρα μου ή το ΜπιΜπι, όταν ακους τις ιστορίες τους, ε, δε γίνεται αλλοιώς, αυτό που θα θες να κάνεις στη ζωή σου είναι να παίξεις τα μπλουζ”.

“Με τα μπλουζ δε γίνεσαι γνωστός. Τώρα με το ιντερνετ και τα κατεβάσματα, δε μπορείς καν να πουλήσεις πολλούς δίσκους. Τα περισσότερα χρήματα τα βγάζουμε από τις συναυλίες, από αυτές ζούμε. Ήμουν στην Ιταλία για τρεις βδομάδες, θα ξαναπάω το Μάιο…” (σσ αυτό το μεταφέρω μπας κι έρθει καμμιά ιδέα του ατζέντη να τον φέρει κατα τα μέρη μας).

“Χτίζω σιγά σιγά το κοινό μου. Όλοι μας αυτό κάνουμε και προσπαθούμε να κρατήσουμε ζωντανή τη φλόγα που μας παρέδωσαν – από κει είναι εμπνευσμένος κι ο τίτλος του τελευταίου μου δίσκου, όπως βλέπεις. Όλοι μας απλώς συντηρούμε την αγάπη του υπαρχοντος κοινού, μέχρι να έρθει ο επόμενος Στήβυ Ρέυ Βών και να τους κάνει όλους να σκύψουν πάλι με σεβασμό, να ξαναβρούν ποιά είναι η βάση που τα γέννησε όλα. ”

Ρόννυ Μπέηκερ Μπρουκς, μπλουζ κιθαρίστας, κάτοχος του W.C. Handy Award, γιός του Λόννυ Μπρουκς.

Συναντηθήκαμε σήμερα το πρωί. Έβρεχε καταρρακτωδώς. Μαζί του ήταν η τρίχρονη θυγατέρα του. Γελούσε όμορφα όταν την κοιτούσε, όπως κι όταν μιλούσε για τον πατέρα του ή τον αδελφό του τον Ουέην.

Φεύγοντας από το Χίλτον, όπου μας δέχθηκε, και στο δρόμο για το Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο, γίναμε παπιά. Επίσης, στάθηκα αδύναμος χαρακτήρας. Υποχώρησα κι επέτρεψα την αγορά ομπρέλας.

Αυτό το μουσείο… Απίστευτη συλλογή. Και αλλαγμένη τώρα η σειρά. Πολλά έργα για συντήρηση. Ο θάνατος του Μάττα τον έβγαλε στον αφρό. Περισσότεροι Λαμ. Και Λεζέρ. Μια υπέροχη χορεύτρια του Κλέε. Μια αίθουσα θεοτοκόπουλοι (“Δες, ο δικός μας!”). Πάλι στα ζουμιά εγώ. Ποιός αντέχει αδάκρυστος μπρος στο κοκκινομάλλικο κεφάλι του Βικέντιου; Τα ίδια χτες το βράδυ. Για το ρωμέικο όμως, που χόρευε τα λιανοχορταρούδια στη μέση της Χαλστεντ και ένοιωθε για λίγο να γυρίζει σπίτι (ουέρ δη χαρτ ιζ). Ο χειρότερος γύρος της ζωής μας, αλλά τι σημασία είχε; κι ύστερα, άχαρα τσιφτετέλια, κατά το ήμισυ ροκ, στο “πότε Βούδας, πότε Κούδας…”. Αυτά τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα… Ναι, χτες το βράδυ πήγαμε στο ελληνικό φεστιβάλ. Της ξενιτιάς μας.

Πάλι στο μουσείο. Είχαν το Ζαπάτα του Ορόσκο. Αν ήμουν μεξικάνος σαν τον ταξιτζή μας, θα περνούσα να του αφήσω ένα λουλουδάκι κάθε μέρα.

Ξέρετε, υπάρχει ένα μέρος στο Μεξικό, που είναι το πιο όμορφο μέρος στον κόσμο. Έχει πάντα άνοιξη, είναι πάντα ολάνθιστα και μυρωδάτα τα λουλούδια εκεί. Ότι λουλούδι θελήσεις θα το βρεις. Είναι ο πιο όμορφος τόπος του κόσμου. Λέγεται Γκουαρναβακα. Μας τό είπε η ξενητιά στο τιμόνι. Η ξενητιά που “ακόμη κι αν θέλουν τα παιδιά να μείνουν εδώ, εγώ θα πάω στο Μέτσικο μόλις μεγαλώσει κι ο τρίτος. Σε δέκα έντεχα χρόνια”.

Το πρωί είχαμε πάει στο γκέτο. Ήρεμα. Ο γνωμοδότης βρέθηκε δίπλα στο Ρομπερτ Ντε Νίρο της γενιάς του (ας τα πει…). Εμένα η χαρά με περίμενε στο Ελ, στο τρένο. Όπου μπήκε η μαρίδα του γκέτο τζαμπέ, πηδώντας κάγκελα, κι όταν είδε την χαρά μου με τα κόλπα της, μου έδωσε ολόκληρη παράσταση. Δεκάχρονα και όμορφα, φωνακλάδικα, μαγκάκια αθώα με βλέμμα καθαρό.

Οι μέρες στο Σικάγο τελειώνουν.

Είμαστε σε ένα (ακόμη) φτηνό μοτέλ, φάγαμε κινέζικο ντελίβερυ σε χαρτινα κουτάκια. Το φορτσιουν κουκυ έλεγε πως, έρχονται άλλα ταξίδια. Ετοιμάζομαι.

7 σχόλια:

  1. ανώνυμος έφα:

    Α, για μισό λεπτό κύριε Μπρουκς μας. Μη μας μιλάς σα να είναι το χιπ – χοπ κάτι ουρανοκατέβατο!
    Η μουσική φόρμα του προϋπήρχε στα μπλουζ πολλές δεκαετίες πριν σε γκόσπελς. Αυτό δεν το ξέρει βέβαια ο τύπος με τα χρυσά, τις κωλοτρίφτες και τα μεγάλα, ακριβά αμάξια με μαύρα διαχωριστικά τζάμια να ξεχωρίζουν την ιδιαίτερη τάξη του (και το θρανίο του) από την τάξη την οποία τον συντηρεί. Μα τουλάχιστον το υποψιάζεται αυτός που κρατάει πολιτικό χαρακτήρα στον στοίχο του. Το παράδειγμα των Golden Gate είναι ένα μικρό μόνο.

    Όπως τα λέει πολύ καλά αλλού: “να ξαναβρούν ποιά είναι η βάση που τα γέννησε όλα.”

    Τέλος πάντων, δε θα γράψω εγώ για τα μπλουζ.
    Γράψτε εσείς που κατέετε ένα πράμα παραπάνω.

    Κυρ ατζέντα μου κι αλάνι
    έχει ήχο κι ύλικο
    τραγουδάκι να μας παίξει
    βαλ’ την κούτρα σου να τρέξει
    μπας και έρθει κατά δω.

    Άντε ντε να σε χαρώ.

    Καλό δρόμο νά ‘χετε
    στα ταξίδια πού ‘ρχονται.

  2. akindynos έφα:

    Μιραντολίς, έτσι όπως γράφετε «Το πρωί είχαμε πάει στο γκέτο. Ήρεμα.» θα έλεγε κανείς ότι η ηρεμία επιβλήθηκε ως εκ της φυσικής ταύτης παρουσίας σας. Για να μη πω ως εκ της φήμης σας και θεωρηθώ υπερβολικός.

    Μετά βέβαια ο αναγνώστης σκοντάφτει στα χάρτινα κουτάκια του κινέζικου (τα πετάξατε χάμου, φυσικά) και όσο νάναι η μαγεία χάνεται.

    Ωστόσο η εικόνα ημών να κοιτάζετε με απλανές βλέμμα τα ερείπια του γκέτο, στο ένα χέρι να καπνίζει το τσιγάρο και στο άλλο το RPG launcher, κι όλα αυτά ενώ μονότονα επαναλαμβάνετε τη λέξη “ήρεμα”, παραμένει συγκλονιστική.

    (γνωμοδότη δεν ξεφεύγεις, πές για τον Ντε Νίρο)

  3. akindynos έφα:

    Αρχίζω να ανησυχώ, πανηγυρίσατε έξαλλα και σας μπουζουριάσανε;

    Πείτε «κάτι».

  4. mirandolina έφα:

    κάτι: τζετ λανγκ κι ελαφρόν εμπύρετον. Κρεμάω πινακίδα: Επιστρέφω αμέσως! (σημερα, ελπίζω)

  5. ανώνυμος έφα:

    Ωχ.
    Διασκεδάζετε ακόμα, ε;
    Βλέπετε ταινίες με τη Τζέσικα και πίνετε μπύρες.
    Α ρε τυχεράκηδες!

  6. mindstripper έφα:

    Ξέρω που κρύβεστε. Στη Γκουαρναβέρα.
    Έφτασαν μέχρι εδώ οι μοσχοβολιές. 🙂

  7. αμβρόσιος έφα:

    pio polla taksidia, nai!!

Εσείς τι λέτε;