. That California Trip 28/07/2007

Στην έρημο μοχάβε υπάρχουν μόνο τέσσερις έξοδοι σε σερβις. Η βενζίνη έφτασε τα τέσσερα δολάρια. Την περάσαμε χωρίς να χρειαστούμε, ας είναι καλά τα βιβλία μας. Η ζέστη στεγνή, ανεκτή παρά τους 111 φαρενάιτ – 44 κελσίου. Το τοπίο σκληρό, χωρίς τη γοητεία της χρωματιστής ερήμου, με ελάχιστες εναλλαγές, ως που να φανούν τα βουνά πριν την ακτή.

Το Γκαφς είναι πόλη φάντασμα. Κάποτε ανθούσε, ήταν κύρια αρτηρία για το σιδηρόδρομο. Έτσι φτιάχτηκε – από το σιδηρόδρομο, που χρειαζόταν εργάτες, σταθμούς, συντήρηση, κατασκευές… Στο σχολειό του, πολύ λίγα παιδιά τελείωναν τη σαιζόν – η εταιρία έπαιρνε τους γονείς να τους πάει αλλού, πιο πέρα, πιο δώθε. Η εταιρία εγκατέλειψε την πόλη όταν την παρέκαμψε η νεώτερη έκδοση της route 66. Και η πόλη πέθανε. Στον δεύτερο μεγάλο πόλεμο, εδώ ετοίμαζαν στρατιώτες – η έρημος είναι σπαρμένη περιλαίμια – dog tags – με τα στοιχεία τους, καθώς όταν έφευγαν για το μέτωπο άλλαζαν περιλαίμιο, φορούσαν ένα χωρίς στοιχεία κατοικίας.

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, τελείωσε οριστικά και το Γκαφς. Μεχρι το 90, που ένας ρομαντικός αποφάσισε να αγοράσει τη γη που κάποτε ήταν η πόλη και να αναστηλώσει το σχολείο, το μόνο πέτρινο κτίριο, το μόνο που μπορούσε απολύτως να σωθεί. Άρχισε να μαζεύει ότι εύρισκε, στην περιοχή, στην έρημο. Τα στρέμματα της φτηνής γης έγιναν μουσείο. Ύστερα, ένας περαστικός συνταξιούχος που γύριζε τις ΗΠΑ οδικώς, που κινείται και ζει σε ένα RV, ένα τροχόσπιτο, προσφέρθηκε, όταν τελείωνε τα ταξίδια του, να αφιερωθεί, να φροντίζει το κτίριο, τα κτερίσματα, τους ταξιδιώτες. Μας ξεναγεί στην ιστορία και πεθυμάει τον άνθρωπο – μιλά για το μουσείο και μιλά για τη μοναξιά.

Σήμερα, από τις γραμμές του τραίνου δίπλα στο Γκαφς, περνούν 200 τραίνα την ημέρα. Ένα κάθε λίγα λεπτά. Όλα σφυρίζουν όταν φτάσουν τη διάβαση του. Όλα. Έναν αιώνα τώρα. Κάθε τραίνο διδάσκεται την παράδοση και χαιρετάει την πόλη που μυρμήγκιζε εργάτες, τη νεκρή πόλη, τον συνταξιούχο εθελοντή, όσους δεν πρόλαβαν ποτέ να αποκτήσουν πατρίδα, ρίζα, φίλους για μια ζωή, γιατί έτσι αποφάσισε η εταιρία.

Καμμιά ώρα πριν βγεις από τη μοχάβε, πάνω στη route 66, βρίσκεις το Cafe Bagdad. Της ταινίας. Η ιδιοκτήτρια με αγκαλιάζει και με σταυροφιλάει: “Δεν έχω ξαναδεί έλληνες στα μέρη μας, είστε οι πρώτοι μου έλληνες! σε παρακαλώ υπέγραψε στο βιβλίο μου!”. Ε να μην υπογράψω; Βάζει Σαντάνα στο τζιουκ μποξ, μας χαμογελάει όλη την ώρα. Ωραίος και δυνατός καφές, πούλμαν με τουρίστες από τη Γουαδελούπη. Οι περισσότεροι πελάτες είναι από τα πούλμαν και γαλλόφωνοι. Το cafe Bagdad – στάση των ΚΤΕΛ στη Μοχάβε και τη route 66.

For those who died – για κείνους που πέθαναν στο Δρόμο- Μητέρα, τα μπουκαλόδεντρα και οι πινακίδες γράφουν μιαν άλλη ιστορία, έτσι που να την καταλάβουν όσοι ξέρουν πως, τα μπουκαλόδεντρα και μόνον αυτά συλλαμβάνουν τα πνεύματα, όπως το θέλει και η Λουιζιάνικη παράδοση. Συγκινητικός και απροσδόκητος ο δημιουργός τους, σαν κείνον στη δική μας Παρασκευή των παπουτσιών.

Τ ο αμάξι νούμερο δύο κόλλησε. Μέσα στη νύχτα τρέχαμε να αλλάξουμε αυτοκίνητο. Πολύ όμορφο το HHR, μα όχι για ταξίδια σαν το δικό μας. Το νούμερο τρία είναι μία κατακόκκινη πόντιακ. Το πρώτο ήταν ένα τετρακίνητο φορντ φούζιον. Ο αμερικάνικος δρόμος φέρνει αμερικάνικα αυτοκίνητα στην πόρτα μας. Και έτσι όμως, ως τώρα, αν με ρωτήσεις δηλαδή, πιο “δικό μας” αμάξι ένοιωσα το ΗΗR, που η φόρμα του, δεκαετίας του 30 στοιχεία και καμπύλες, ταίριαζε όσο τίποτε στο δρόμο μας. Όπως η πόντιακ ταιριάζει στον Αυτοκινητόδρομο Ένα, το “προσεχώς” της άλλης εβδομάδας, από το νότο ως το βορρά της Καλιφόρνιας, πάντα δίπλα στην ακτή. Λένε πως είναι ο πιο όμορφος δρόμος της Αμερικής. Είμαστε έτοιμοι κι ας δώσαμε αλλού την καρδιά μας.

Δεν σταματήσαμε στο Λος Άντζελες. Ήρθαμε πρώτα Σαν Ντιέγκο. Η κομικ-κον και τα κάστρα στην άμμο – διεθνής διαγωνισμός!- μας οδήγησαν σε μία ακόμη παράκαμψη. Θα γυρίσουμε στο Σαν Μπερναντίνο τη Δευτέρα – να ξαναπιάσουμε το νήμα από κει που το αφήσαμε.

Χτες το βράδυ τρώγαμε κινέζικο to go από το Εμεραλντ Σίτυ, καθισμένοι στην παραλία της Λα Χόγια, λίγα μέτρα από τις φώκιες και τα θαλασσοπούλια, δίπλα στον Ειρηνικό. Θα μπορούσε να αποτελεί μια μικρή καταληκτική τελετή. Ξεκινήσαμε από τη Νέα Υόρκη, καταλήξαμε στο Σαν Ντιέγκο: το λένε Coast to Coast – μόνο που δεν είναι αυτό το δικό μας ταξίδι.

Είναι πολλά που ακόμη δεν έχω καταλάβει. Συμβαίνει στο ταξίδι πάντα. Γεμίζει ο νους, η καρδιά, θέλει πολύ καιρό να βρει τι θα κρατήσει, που θα αποθέσει όσα πολύτιμα μαζεύτηκαν. Είναι περισσότερα που ξέχασα να σου πω. Μα είμαστε ακόμη στη μέση του δρόμου. Θα έρθει η ώρα.

Ένα σχόλιο:

  1. akindynos έφα:

    Πολύ όμορφα.

Εσείς τι λέτε;