. Giant όπως τότε 04/08/2007

Ήμουν πρωτη δημοτικού όταν ο θείος Φάνης έδινε για το πανεπιστήμιο. Όχι όποια σχολή να είναι – ήταν ο μόνος άνθρωπος που γνώρισα ποτέ που ονειρευόταν να γίνει δασολόγος. Ήταν πάντα ένας εξαίρετος θείος,επίσης και άνθρωπος της γνώσης. Μου μάθαινε παράξενα πράμματα, διόλου  τετριμμένα – ας πούμε, τη δομή του ατόμου. Και τα εξηγούσε καλά, αν και οι απορίες μου ακόμη με κάνουν και γελάω: ας πούμε, αν ανάμεσα στον πυρήνα και τα ηλεκτρόνια υπάρχει κενό, γιατί δεν τρέχει η σούπα από το πιάτο; Ο θείος Φάνης πέρασε στο πανεπιστήμιο, ο πιο ενθουσιωδης φοιτητής που γνώρισε ποτέ η δασολογία. Και συνέχισε να μου μαθαίνει πράγματα παράξενα, να μου μιλάει για τον κόσμο που αποκαλύπτουν το μεγάλο και το μικρό. Δεν ξέρω καν αν θυμάται εκείνες τις κουβέντες μας. Μα εγώ  θυμαμαι, και πιο πολύ θυμάμαι τη λάμψη στα μάτια του όταν μιλούσε για τις γιγάντιες σεκόγιες.

Στο νου μου, αυτά τα θεόρατα δένδρα έχουν την αύρα του θεωτικού. Δεν είναι μόνο τα τρεις χιλιάδες χρόνια της ζωής τους ή το κόκκινο ανθεκτικό τους ξύλο  και η παραδοξα ρηχή τους ρίζα ή ακόμη η αγαστή συνεργασία τους με ένα τόσο δα μικρούλι σκιουράκι, που το λένε τσικαρί και είναι τσικαρί όνομα και πράγμα, που τους εξασφαλίζει την επιβίωση. Δεν είναι καν το δέος που γεμίζει καρδιά και νου, όταν τις αντικρύζεις πρώτη φορά, όταν αναμετριέσαι με τις ρίζες του πεσμένου γίγαντα ή προσπαθείς να αντιληφθείς το χρόνο πέρα από τις δικές σου φυσικές εποχές για να κατανοήσεις πως οι σπόροι της χρειάζονται είκοσι με τριάντα χρόνια για να ωριμάσουν.  Η δεκαετία-τίποτε… Όχι, δεν είναι αυτά ο κύριος λόγος. Είναι εκείνη η λάμψη στα μάτια του θείου του Φάνη, η γιορτή της (επι)γνώσης του θαυμάσιου. Χτες περπατούσα ανάμεσα στις σεκόγιες της Σιέρρα Νεβάδα. Πουθενά αλλού στον κόσμο δεν έχει σεκόγιες.

Χτες, περπατούσα  ανάμεσα στις σεκόγιες της Σιέρρα Νεβάδα, χαζεύοντας τα τσικαρί που τρεχάλιζαν, παρατηρούσαν, μάζευαν και  φρόντιζαν το γιγάντιο φίλο τους. Ολόκληρο το υπόλοιπο γιοσέμιτι δεν μπόρεσε να μου  δώσει τη χαρά που μου έδωσαν οι σεκόγιες του θείου του Φάνη και του θαυμάσιου. Μετά, οδήγησα ατελείωτες ώρες σε ατελείωτες στροφές. Μα δε με ένοιαζε τίποτε.


Τσικαρί

Ο θείος Φάνης είναι τώρα καθηγητής στο πανεπιστήμιο – στη δασολογία. Δεν έχει δει ποτέ από κοντά τις γιγάντιες σεκόγιες, αλλά τις ξέρει μία-μία από καρδιάς. Είναι αυστηρός, μαθαίνω, μα έχει την ίδια λάμψη στα μάτια όταν μιλάει για την επιστήμη του.

3 σχόλια:

  1. Anonymous έφα:

    Ένα τέτοιο θάμα, σε αφήνει πάντα να το κοιτάς με τα χέρια στους γοφούς και το κεφάλι γυρισμένο ψηλά!
    Καλά, όχι εσένα, εμένα.
    Τύφλα νά ‘χει η βασιλική δρύς.
    Καλημέρα
    🙂

  2. akindynos έφα:

    Στο νου μου, αυτά τα θεόρατα δένδρα έχουν την αύρα του θεωτικού

    Δεν ξέρω αν το θυμάστε, είναι προ πέντε και βάλε ετών:

    Προέρχομαι από ένα μη ορθόδοξο περιβάλλον γεννήθηκα στην Αγγλία αλλά μεγάλωσα στη Νέα Ζηλανδία. Σαν παιδί δεν διδάχτηκα πολλά για τον Θεό – σε περίπου τριάντα όλες κι όλες ώρες θρησκευτικών στο σχολείο. Κι αυτές οι ώρες παρουσίαζαν γενικά την εικόνα μιας χριστιανικής ζωής μάλλον ευνουχισμένης κι αφυδατωμένης. Δεν με τράβηξαν. Όμως κατά καλή τύχη στο κτήμα οπού πέρασα μια χαρούμενη παιδική ηλικία, υπήρχε μια πληθώρα δέντρων πού ανάμεσα τους παίζαμε οι φίλοι μου κι εγώ. Τα δέντρα αυτά στάθηκαν η αφορμή που με οδήγησε να πιστέψω στην ύπαρξη του Θεού. Περνούσαμε ώρες ατέλειωτες να χτίζουμε καλύβες ανάμεσα τους και, κάτι σημαντικό για την πνευματική μου πορεία, να κρυβόμαστε αθόρυβα μέσα ή κάτω απ’ αυτές. Ήταν σ’ αυτές τις ώρες πού Εκείνος γλίστρησε στην καρδιά μου ως σιωπηλός Δημιουργός και προστάτης των δέντρων και των ζουζουνιών. Ο Θεός πρωτομίλησε στην παιδική ψυχή μου χωρίς λόγια. Ήταν μόνο αργότερα πού κατάλαβα ότι αυτό το σιωπηλό αλλά απέραντο Ον ήταν ο Χριστός.

  3. mirandolina έφα:

    Το λέει κι η Μυγδαλίτσα, Ακίνδυνε: τα παιδιά μας πια δε βλέπουν το θεό γιατί δε βλέπουν τον κόσμο του, μα μόνο όσα κτίζουμε οι άνθρωποι…

Εσείς τι λέτε;