. Jack@Denver – the greek experience 08/08/2007

Την πρώτη φορά που πήγε στο Ντένβερ, ο Τζακ κοιμήθηκε στο ξενοδοχείο που έμεναν κι ο Γκίνσμπεργκ κι ο ήρωάς του. Από κάτω ήταν ένα μπαρ – εκεί τα έπινε, έγραφε, ερωτευόταν τις γκαρσόνες. Αγόρι όμορφο.

Φτάσαμε το πρωί εκεί και ζήτησα να πιούμε ένα καφέ. Η ατμόσφαιρα παλιακή – δερμάτινα καθίσματα μέσα, σεπαρέ, μια παλιά μηχανή, μια μικρή αυλή απ έξω για όσους θέλουν να λιαστούν. Το πρώτο γκαρσόνι έφερε δυό ποτήρια νερό. Στον κατάλογο υπήρχε Greek Pizza. Ρώτησα για τον Κερουακ. δεν είχε ιδέα. Το δεύτερο γκαρσόνι ήρθε για βοήθεια. Τσαχπίνης μελαχροινός, έξυπνα μάτια. Ήξερε αρκετά. Και ύστερα, ρώτησα αν ο ιδιοκτήτης είναι έλληνας. Είκοσι πολιτείες τώρα, μόνο στα ελληνικά μαγαζιά σου φέρνουν ένα ποτήρι κρύο νερό, δωρεάν, να δροσιστείς, πριν παραγγείλεις. Έπαιζα το κεφάλι μου ότι εδώ πίσω κρυβόταν ένας έλληνας.-Και εγώ είμαι.Το είπε ελληνικά. Άπλωσε το χέρι του.-Λέγομαι Στράτος, χαίρω πολύ. Διστακτικός με τα ελληνικά του, καταφεύγει κάποτε στα αγγλικά, μα μας λέει όλη την ιστορία του μαγαζιού, φωνάζει την  – μισή ρωμιά μισή μεξικάνα – κόρη του ιδιοκτήτη, μαθαίνουμε ότι είναι να μάθουμε για το Τζακ, για το τραπέζι του, τη γωνιά του.

Και ύστερα η αφεντικίνα φεύγει και γυρίζει ο Στράτος, τιτιβίζει, γρήγορος, από τραπέζι σε τραπέζι, και μια κουβέντα ελληνική σε μας, και ξανά πως ονειρεύεται να ξαναρθεί του χρόνου στο χωριό των δικών του, έξω από την Τρίπολη, και τα μάτια του υγραίνονται και λάμπουν και όταν πάμε να φύγουμε και φωτογραφίζουμε το τραπέζι του Τζακ έρχεται  να μας συστήσει την αδελφή του, τη Μαρία, ψηλή, λεπτή, πληγωμένη απ’ το θάνατο, κορίτσι εικοσάχρονο στα μαύρα ντυμένο, με ένα λεπτό χρυσό σταυρό, βαφτιστικό και ορθόδοξο περασμένο στο λαιμό της, και η Μαρία χαίρεται, μιλά ελληνικά, πως βρεθήκαμε εδώ;, και η Μαρία βουρκώνει και συγκρατείται που ήρθαμε εμείς από την πατρίδα, πόσο θα μείνετε;, και βλέπεις που η Μαρία θα σε καλούσε σπίτι και θα σε κοίμιζε και θα σε φίλευε μόνο που είσαι έλληνας και ήρθες εδώ, στην ξενιτιά, και η Μαρία λέει πόσο θέλει να πάει στην  Ελλάδα, του χρόνου,  μάλλον του χρόνου, να δούμε, και τα μάτια της Μαρίας φουσκώνουν σα τη θάλασσα και ξεφεύγω ζητώντας της φωτογραφίες, έλα Μαρία μου χαμογέλα, και  έρχεται ο Στράτος που πρώτος αυτός μας βρήκε και ζηλεύει λίγο και έτσι φωτογραφίζουμε ότι πιο όμορφο μας χάρισε το Ντένβερ, το Στράτο και τη Μαρία, που σερβίρουν στο μαγαζί που σύχναζε ο Κέρουακ και ήταν πάντα σε ελληνικά χέρια.

Από χτες, που προσκυνήσαμε τον τάφο του Λούι Τίκα, από σήμερα που η χαρμολύπη της Μαρίας βρήκε στην καρδιά μου,  ο νους μου μουρμουράει το ίδιο τραγούδι… «Ξενιτεμένο μου  πουλί και παραπονεμένο, μωρέ ξένε μου…»

2 σχόλια:

  1. akindynos έφα:

    Χαιρετισμούς στον Στράτο και τη Μαρία!

  2. Anonymous έφα:

    Τί να σου στείλω ξένε μου;

Εσείς τι λέτε;