. Friendship road 12/08/2007

Η Τσατανούγκα του Chattanooga Choo-Choo η ξακουστή μας φιλοξενεί – ινδικό μοτέλ και ώρες οδήγηση. Χτες είμασταν στην Οξφόρδη του Μισσισσιππή μου. Η πρώτη φορά που μείναμε σε αφροαμερικάνο κάουτσέρφερ. Μεταπτυχιακή φοιτήτρια αγγλικής φιλολογίας, τόσο όμορφα αγγλικά, κολλημένες στους τοίχους ατάκες σοφών, φτηνός υπολογιστής, σπίτι τακτικό και εργένικο – όπως γυναικείο εργενικο. Μαγειρεύουμε ελληνικό φαγητό – χωριάτικη και φακές σπαρτιάτικες και τηγανιά. Έχει ζητήσει ελληνικό φαγητό. Μιλάμε για το κάουτσέρφινγκ και την ελληνική κουζίνα, το όνειρό της να έρθει να ζήσει στην Ελλάδα (καμμιά δουλειά κανείς;), την αγάπη της στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο – μας δίνει να δούμε μια ταινία βέλγικη, Fear and Trembling, ιαπωνικοί οι περισσότεροι διάλογοι, μιλάμε για τον Μπόλντον και την καταγωγή των δικών της από το Τρινιδάδ, τους αδελφούς της που, φτωχολογιά για σένα κάθε μου τραγούδι, μόνο αν κατατάσσονταν στο στρατό μπορούσαν να σπουδάσουν και να πάρουν άμεσα την υπηκοότητα – – στέλνουν τους ξένους να πεθάνουν στο Ιράκ με αντάλλαγμα την υπηκοότητα, μας λέει, η ίδια γεννήθηκε εδώ, στη Νέα Υόρκη μα οι αδελφοί της έπρεπε να υποσχεθούν το αίμα τους με αντάλλαγμα τα στοιχειώδη δικαιώματα…

Μιλάμε για τα μπλουζ, τον Κεμπ Μο, τον Κέννυ Μπράουν, τον Λάιτνιν Μάλκομ, για την κρητική κουζίνα και τα όμορφα και ιδιαίτερα κουτάλια της σούπας που βρίσκεις στα αμερικάνικα σπίτια. Το σπίτι είναι ζεστό, το ερ κοντίσιον χαλασμένο, η μπογιά αρχίζει να ξεφτίζει, μα η νοικοκυροσύνη και το αστραφτερό μυαλό της βάζουν τα πάντα σε σειρά και λαμπρύνουν τον τόπο. Πριν φύγουμε μας αγκαλιάζει, φαντάζεται την Ελλάδα τόπο φιλοσόφων, παιδείας, ευγένειας, σεβασμού – η γειτονιά είναι μαύρη, τα σπίτια δίπλα δίπλα, δεν μιλάνε μεταξύ τους, δεν χαιρετιούνται. “Για αυτούς είμαι πάντα ξένη”. Μιλάει με νεοϋορκέζικη προφορά, χωρίς το τραγούδι του ποταμού στη φωνή της.

Στο Τούπελο τραγουδούσε εντός μου ο Νικ Κέηβ. Μνημόσυνο για τον Έλβις. 30 χρόνια από το θάνατό του. Συγκίνηση. Η Εβδομάδα Έλβις ξεκινά από το φτωχόσπιτο που τον γέννησε. Ο Έλβις ζει – Takin Care of Bussiness- είναι φορτηγατζής, μελαχροινό αγόρι στο δρόμο, πόσο ταιριαστό, πόσο ροκ εν ρολ. βουρκωμένα μάτια υπό τους ήχους του I can’t help falling in love with you ενώ το σκωτσέζικο φαν κλαμπ ανακοινώνει τα 40 χρόνια του, τα κορίτσια που κάποτε ονειρευόταν να κοιμηθούν μαζί του έχουν ντυθεί βασίλισσα της Αγγλίας και οι 60ρηδες κατεβαίνουν δεκάδες από τα σταθμευμένα λεωφορεία. Τούπελο.

Από το Νάτσεζ Τρέης και πάλι, χέρια λερωμένα από χώματα, ύστερα να μαζέψουμε και τα σκουπίδια των άλλων – εφηβικές μπύρες – ελαφια και αρμαντίλλοι, κακός καφές και κρίσπι κρηημ, ως την Τσατανούγκα. Η συνάντηση ορίστηκε εδώ γιατί δεν μπορούσαμε να δούμε τους φίλους από πέρισυ, τους καουτσέρφερς που μας φιλοξένησαν στο Νάσβιλ, εκείνους που φιλοξενήσαμε στην Αθήνα.

Στο Νότο νοιώθω σα στο σπίτι μου. Οι νότιοι φίλοι μου ονειρεύονται την Ελλάδα, στην Ελλάδα νοιώθουν σα στο σπίτι τους… Σας περιμενουμε, να έρθετε, ναι, κι εσείς, όνειρα, σχέδια, και άλλη δουλειά και αυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας που ποτέ δε χορταίνεις. Ώρες πριν, λίγο έξω από το Ντεκατούρ είδαμε μιαν οδό Φιλίας- χοντροκομμένο, σκέφτηκα, κιτς, γραφικό. Το γραμμόφωνο παίζει Ελβις σε κείνες τις διασκευές από μπιτλάκια. Ξέρεις ποιο.

Εσείς τι λέτε;