. Holly Ridge Blues 26/08/2008

To μαγαζάκι του Χόλλυ Ριτζ, μιας μικρής κοινότητας έξω απ” την Ινδιανόλα («πατρίδα του θρύλου των Μπλουζ, Μπι Μπι Κινγκ», θυμίζει η πινακίδα), δούλευε πάνω από έναν αιώνα τώρα. Έκλεισε φέτος, όπως και τόσα άλλα μαγαζιά στις ΗΠΑ. «Σας ευχαριστούμε για 40 χρόνια», αποχαιρετά την πελατεία το κινέζικο του Γκρηνβιλ. Πολλοί εύχονται να ξανανοίξει, και ίσως τα καταφέρει, ίσως είναι παρένθεση ή κόμμα όλα ετούτα. Όμως, το μαγαζάκι του Χόλλυ Ριτζ κλείνει σαν τελεία και παύλα σε ένα από τα πιο συγκινητικά κεφάλαια της ιστορίας των μπλουζ. Κάπου στα 30ς ήταν το στέκι του Τσάρλι Πάττον. Τότε ήρθε να του κάνει παρέα και ο Χάουλιν Γουλφ. Στο παγκάκι έξω από το μαγαζί έπαιζαν παρέα – μαζεύονταν να τους ακούσουν πιτσιρικάδες Τζίμμυ Ρηντ και Γουίλι Φόστερ. Ύστερα, πήραν σειρά στο ίδιο παγκάκι ο Μίλτον Κάμπελ, ο Αλμπερτ Κινγκ, ο γείτονας Μπι Μπι… Μέχρι πέρυσι το μαγαζί ήταν ανοικτό, η προφορική παράδοση ζωντανή. Τώρα, έκλεισε. Περιμένει την αναμνηστική ταμπέλα και όσους θέλουν τον δρόμο εύκολο κι ανοικτό. (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Η ταμπέλα έχει μπει από καιρό where the southern crosses the yellow dog. Τα ταχυδρομεία των ΗΠΑ έβγαλαν αναμνηστική σειρά, χίλιες λιθογραφίες/ φακέλλους, που πωλούνται ακριβώς απέναντι από το σημείο που τραγούδησε ο πρώτος, άγνωστος μπλουζμαν και ο τελευταίος, διάσημος Ντύλαν. Στον αέρα νοιώθεις τη συμπυκνωμένη συγκίνηση των πριν και των ερχόμενων προσκυνητών. Όπως κάποτε φίλησε το τσιμέντο που πάτησε ο Ελβις στη Sun, έτσι κρυφά θα λάσπωσε τα χείλη του εδώ ο Ροβέρτος του Ντουλούθ. Δε γίνεται αλλοιώς. (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Το κούντζου έγινε σήμα κατατεθέν του Μισσισσιππή. Ήρθε στη χώρα από την Ιαπωνία, «έφτασε εδώ από ένα λάθος», και θάλλει μες στην υγρή ζεστασιά του τόπου. Οι διαπολιτειακοί δρόμοι γίνονται «scenic» γιατί το παράσιτο- φυτό απλώνεται σα blues της φύσης στο μαγεμένο τόπο. Ο Μισσισσιππής φέρει το μυστήριο που γεννάει ο πόνος και στο κοινωνεί. Έτσι ήταν πάντα, απ΄ όταν κλάπηκε ο παράδεισος απ΄ τους αθώους. Ακόμη έχει να διδάξει και να πει, με τη σοφία που εντάσσει το ξένο στο δικό σου – ακόμη και αν είναι παράσιτο, αρκεί να ανθεί την ομορφιά του. (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Δούλευε περιστασιακά σε αγροτικές δουλειές, ζούσε σε μια καλύβα, κουνιόταν στην καρέκλα της βεράντας και έπαιζε τα μπλουζ. Ήταν μεγαλος όταν τον ανακάλυψαν και έτσι μπόρεσε να αφήσει κάτι στα παιδιά του, που τα μικρότερά τους αναρωτιόνταν τι γύρευαν όλοι αυτοί οι σπουδαιοι στην κηδεία του πατέρα, του αγρότη, του εποχιακού εργάτη με τις γαλότσες, τι γύρευαν όλοι ετούτοι στο Αβαλον, το λασπωμένο, που ακόμη άσφαλτο και καλωδιακή δεν έχει δει, ούτε καν νεκροταφείο, μα έτυχε να είναι η πατρίδα του Μισσισσίππη Τζων Χαρτ. (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Γωνία 49 και 61. Crossroads. (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Εσείς τι λέτε;