. Heart Attack Grill 03/09/2008

Στην Αριζόνα, βρίσκεται ένα χαρμπουγκεράδικο αλλοιώτικο από τα άλλα. Ανήκει στο Jon Basso, που δεν είναι γιατρός, αλλά έρχεται πάντα με την ποδιά και το ακουστικό στη δουλειά του και φίλοι και εχθροί τον φωνάζουν «Δρ. Τζον». Ο «γιατρός της πείνας» κρατάει ένα από τα πιο προσοδοφόρα εστιατόρια στην πολιτεία, χωρίς να έχει δώσει ούτε σεντς για διαφήμιση. Πουλάει μόνο ολόπαχα μπέργκερς, τα οποία δηλώνει εξ αρχής ότι είναι «ιδιαίτερα παχυντικά και ανθυγιεινά» και πατάτες τηγανισμένες σε λαρδί «all you can eat». Τα σερβίρει είτε με κόκα κόλα ―πλήρη θερμίδων, αφού «δεν πουλάμε τίποτε λάιτ»― είτε με μπύρα. Ευχαρίστως πουλάει στους πελάτες του τσιγάρα ―άφιλτρα πάντα. Τα χάμπουργκερ του ονομάζονται απλό, διπλό, τριπλό και τετραπλό μπάι πας- αναλόγως τον αριθμό των μπιφτεκιών.

H πρώτη έκπληξη στο Heart Attack grill είναι ο «γιατρός», ο ιδιοκτήτης Jon Basso, ένας τετραπέρατος σαραντάρης που αποδεικνύεται και ..ολίγον έλλην, αφού το 1987 δούλευε μπάρμαν στη Σαντορίνη και θέλει «να πει χαιρετίσματα στο Γιάννη και το Δημήτρη και όλα τα παιδιά στο Two brothers bar» στα Φυρά. Και δεν είναι μόνο το παρελθόν που τον συνδέει με την Ελλάδα: «Εσείς οι έλληνες ξέρετε να ζείτε τη ζωή για τη μέρα. Αυτό θέλω κι εγώ για τους πελάτες μου». (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Ο ίδιος ο «γιατρός» υποστηρίζει πως η επιτυχία του μαγαζιού του, του Heart Attack grill στο Τσάντλερ της Αριζόνας, οφείλεται στο γεγονός ότι «αποτελεί το πρώτο έντιμο εστιατόριο». «Κανείς δε θέλει να κάνει δίαιτα. Αυτή είναι η αλήθεια. Σε κανέναν δεν αρέσει το διαιτητικό φαγητό. Όλοι μας θέλουμε νοστιμιές και αγαπάμε πολλά από αυτά που τα λένε βλαβερά. Έτσι κι εγώ, όταν αποφάσισα να ανοίξω εστιατόριο, διάλεξα να πουλάω τη δεύτερη δημοφιλέστερη τροφή στις ΗΠΑ, το χάμπουργκερ (σσ πρώτη είναι η πίτσα), και να το φτιάχνω όπως αρέσει σε όλους: παχυντικό και πεντανόστιμο, μόνο με τυρί, χωρίς αυτή τη φέτα μαρούλι ή ντομάτα που του βάζουνε για να παριστάνει το υγιεινό. Το αυθεντικό χάρμπουγκερ είναι παχυντικό, όπως παχυντικές είναι και οι πατάτες. Ε, και είναι μεγάλη υποκρισία ενώ τρως αυτά τα πράγματα να τα συνοδεύεις με κόκα κόλα λάιτ. Γι΄ αυτό δε σερβίρουμε κόκα κόλα λάιτ. Μόνο ρέγκιουλαρ». Το μόνο που δεν μπορεί να προσφέρει στους πελάτες του είναι το δικαίωμα να καπνίζουν μες στο μαγαζί: ο νόμος δεν το επιτρέπει αλλά ο ίδιος «θα το ήθελε πάρα πολύ». (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Οι πελάτες του μπορούν να βρουν και αλλού παχυντικά χάρμπουγκερ και πατάτες πνιγμένες στο ζωικό λίπος. Εκείνο που δε μπορούν να βρουν είναι αυτό το ιδιαίτερο, πεντακάθαρο, λευκό και απαστράπτον περιβάλλον νοσοκομείου, στο οποίο καλλίγραμμες δεσποσύνες σερβίρουν τα ανθυγιεινά μπέργκερς ντυμένες «άτακτες νοσοκόμες», παίρνοντας σοβαρά το ρόλο τους. Τόσο σοβαρά ώστε, προκάλεσαν την παρέμβαση της Παναμερικανικής Ένωσης Νοσοκόμων, που θεώρησε προσβλητική την αμφίεση τους και απαίτησε να δηλώνουν τα κορίτσια στους πελάτες- ασθενείς τους (ναι, στον καθένα ξεχωριστά) ότι δεν είναι πραγματικές νοσοκόμες. (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Η Μαρία, 22 χρονών, με καταγωγή από τις Φιλιππίνες και τη Γερμανία, γεννημένη στο Τέξας, θεωρεί ότι είναι τυχερή να έχει μια τόσο καλή δουλειά. «Δούλεψα και σε άλλα εστιατόρια, ήμουν προϊσταμένη βάρδιας στα KFC. Όμως εδώ τα χρήματα είναι πολύ περισσότερα. Σκέψου ότι εδώ βγάζω εννιά με 23 δολάρια την ώρα από τα πουρμπουάρ». Το 70% των πελατών είναι άντρες, γύρω στα 40, λέει – πολλοί γιάπηδες από τα γειτονικά γραφεία. Από το Μάη που είναι εδώ η Μαρία, κανείς δεν την έχει πειράξει ή δεν παρατράβηξε το σκοινί. «Καμμιά δυό φορές κάποιοι παρεκτράπησαν λεκτικά, αλλά γρήγορα μπήκαν στη θέση τους. Ο κόσμος ξέρει ότι παίζουμε ρόλους. Άνθρωποι κακοί ή επικίνδυνοι δεν έρχονται». Στην μεσημεριανή βάρδια αυτής της Δευτέρας, η Μαρία δουλεύει μαζί με τη Τζίτζι, επίτιμη «αρχινοσοκόμο», αφού ήταν η πρώτη που προσέλαβε ο «γιατρός» όταν ξεκίνησε το μαγαζί, το Νοεμβριο του 2005. «Ειμαι τρια χρονια εδω». Δεν έχει την αισιοδοξία της Μαρίας. «Δεν ειναι όλα παντα καλα», λέει, κι διαμαρτύρεται πως «υπάρχουν μέρες που έχουμε πάρα πολύ δουλειά και είναι πολύ κουραστικό και ψυχοφθόρο». Όμως, «τωρα πια εχω αγαπησει τα κοριτσια που δουλεύουμε μαζί, περναμε καλά». Η Τζίτζι, κατάφερε, δουλεύοντας ως «νοσοκόμα», να τελειώσει τις σπουδές της. Σύντομα εγκαταλείπει το Ηeart Attack για κάποιο σχολείο, αφού περιμένει να διοριστεί ως δασκάλα. (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Ο «γιατρός» αστειεύεται πως, το κόνσεπτ του μαγαζιού το σκέφτηκε στην Ελλάδα. Τελικώς, αποκαλύπτει την αλήθεια. «Εντάξει, η ιδέα δε μου ήρθε στην Ελλάδα. Μου ήρθε εδώ, και συγκεκριμένα στο Οχάιο. Δούλευα σε ένα μαγαζί που είχε μία καταπληκτική μάγειρο, την Ταϊρέλ Μπάρνι, η οποία ήταν από τη Νέα Ορλεάνη. Μια μέρα, μάλλον μια νύχτα, στο τέλος της βάρδιας, πεινούσα πολύ και της ζήτησα ένα πολύ πλούσιο και πολύ ανθυγιεινό χάμπουργκερ. Και τότε εκείνη χρησιμοποίησε μια έκφραση που λένε στο Νότο γι΄ αυτό το μπέργκερ με το λίπος και το πολύ τυρί: «Α, εσύ θες ένα χάμπουργκερ για διπλό μπάι πας!» (A double bypass burger) μου είπε. Έσκασα στα γέλια, και κράτησα το όνομα. Όταν ήρθε η ώρα να ανοίξω το δικό μου μαγαζί, ήξερα τι ήθελα να κάνω». Προς μεγάλη χαρά του άρρενος πληθυσμού της Αριζόνας. (Φωτογραφία: Ν. Βεντούρας)

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα SportDay

Ένα σχόλιο:

  1. ZlatkoGR έφα:

    Εξαιρετικό και αυτό το post. Πολύ ενδιαφέροντα και ξεχωριστά κείμενα και ωραίες φωτογραφίες! Keep them coming…

Εσείς τι λέτε;