. Πόρτο Λεόνε, Άπω Ανατολή Ι 30/07/2012

Γράμμα στην Καλλιόπη

Κάθομαι στη μικρή τσαγερία της Τσάινατάουν και σου γράφω. Οδός Παγόδας 75, μόλις βγεις από το μετρό Τσάινα τάουν. Την τσαγερία τη λένε Νανγιάνγκ, όπως ονομάζουν οι κινέζοι το Νότιο Ωκεανό τους, την περιοχή του Νότιου Ωκεανού που εμείς λέμε Νότια Σινική Θάλασσα, μεταφράζοντας τον αποικιοκράτη. Η Ινδοκίνα, η Μαλαισία και η Μπούρμα και η Μπατάβια, όλα Νανγιάνγκ, κι αυτά κι εκείνα.

Οι κινέζοι που κατοικούν εδώ είναι οι Περανακάν – αυτοί που ήρθαν στην περιοχή μετανάστες με την αποικιοκρατία, μετά το 15ο αιώνα. Περανακάν ή Μπάμπα Νιόνια – Μπάμπα ο κύρης, ο πατερ φαμίλιας, νιόνια η μάνα και κυρά: οι νέοι πρόγονοι – αυτός ο Βέντερς τι όμορφα το είπε… Αυτοί οι κινέζοι – ανάμεσά τους κι εκείνοι που για να πλουτίσουν προτιμήσανε τον Εγγλέζο. Και ο Εγγλέζος τους φρόντισε, τους σπούδασε τα εγγλέζικα, τους έδωσε τα εφόδια να παραμείνουν ενδιάμεσοι, πωλητές αέρος, και στη νέα εποχή. Και ο Εγγλέζος τους δίδαξε το τεράστιο κενό που πρέπει να καταπιεί τον κόσμο μπας και νοιώσει μια στιγμή γεμάτο. Κατανάλωση. Στη Σιγκαπούρη υπάρχεις επειδή καταναλώνεις.

Οι ίδιοι οι χάι κινέζοι της Σιγκαπούρης, οι ενδιάμεσοι, οι αγγλοθρεμμένοι, ορίζουν τις αξίες τους ως τα πέντε C – the five Cs of Singapore. Φραγκα (Cash), αμάξι (Car), Πιστωτικές (Credit card), Διαμέρισμα εκτός εργατικών κατοικιών (Condominium) και συμμετοχή σε κάποια από τις ιδιωτικές λέσχες των εχόντων και κατεχόντων (Country club). Ο θάνατος του Προσώπου σε πέντε λέξεις. Όλα για τον άλλο – να του δείξεις αυτού.

Στη γειτονιά μου, ζουν πλούσιοι ένα στενό πιο κάτω. Στη Σιγκαπούρη που για να έχεις το δικαίωμα στο αυτοκίνητο πρεπει να δίνεις κάπου εκατό χιλιαδες στο κράτος κάθε δέκα χρόνια, στη Σιγκαπούρη που το 30 τμ διαμέρισμα είναι πολυτέλεια αν το κρατά ένας, ο γείτονάς μου έχει βίλλα, πισίνα, κήπο, προσωπικό βουδιστικό ναϋδριο, γκαράζ με τρία αυτοκίνητα και τέσσερις κάδους σκουπιδιών μόνο για κείνον.

Ο πλούτος ένα στενό πιο κάτω. Η εργασία ένα στενό πιο πάνω. Οι δικοί μου άνθρωποι ζουν ένα στενό πιο πάνω.

Από τους Περανακαν, κάποιοι δεν είναι καν Περανακαν. Οι πιο φτωχοί, οι σκλάβοι και εργατες μεροδούλι μεροφάι, βαφτίστηκαν με μια ινδική λέξη: κούληδες – αυτοί “με τη βαριά βλακώδη τους μορφή”, αυτοί που “τρών σκυφτοί ρύζι με κάρρυ”. Οπως το λέει ο Καββαδίας ακριβώς – ψαχνοντας είδα πως μας έφταιξε η αλήθεια και αλλάξαμε το στίχο.. Πως άραγε φανταζονται οι πολίτικαλλυ κορέκτ “διορθωτές” του Καββαδία τα πρόσωπα όσων πεθαίνανε στα κάτεργα; ξεκούραστα και όλο τσαχπινιά;

Οι άνθρωποι της εργασίας. Οι δικοί μας άνθρωποι. Στις εργατικές πολυκατοικίες των τριάντα και των σαράντα ορόφων, στα διαμερίσματα των τριάντα και πενήντα τετραγωνικών ολόκληρες οικογένειες, μεροδούλι μεροφάι, χωρίς ωράριο, με μια αργία τη βδομάδα κι αν. Η νέα σκλαβιά. Και άρα η νέα αλληλεγγύη.

Εκεί, στα ελάχιστα τετραγωνικά όπου την κεφαλήν κλίνη, ο δημόσιος χώρος αποκτά άλλη σημασία. Καταργεί την ιδιώτευση της βίλλας, της πισίνας, του αυτοκινήτου και των πολλών και ιδιόκτητων σκουπιδοντενεκέδων. Εκεί, κάτω, στις πυλωτές, δίπλα στα ανοικτά πάρκινγκ των επαγγελματικών αυτοκινήτων, στον ίσκιο του τσιμέντου, όλοι μαζί όσο χρόνο έχουμε ελεύθερο. Κοινωνία. Παίζουμε ντάμα, πίνουμε φτηνή ντόπια μπύρα, μιλάμε φωναχτά, απλώνουμε το κορμί μας στην πλαστική άσπρη καρέκλα και χαμογελάμε στην ξένη που μας χαμογελάει κι ας είναι Ανγκ Μο, όνομα και πράμμα.

Η γλώσσα είναι όπλο, αδελφέ μου. Λέξεις γεννημένες μαζί με την αποικιοκρατία. Πρώτη, Ανγκ μο: ο κοκκινομάλλης, η κοκκινομάλλα. Δεν έχουν ποτέ τους κόκκινα μαλλιά. Κόκκινα μαλλιά είχαν όμως πολλοί ολλανδοί κατσαπλιάδες, βάρβαροι, άρπαγες και μεθύστακες. Οι Ανγκ μο – ή ανγκ μο κούι, οι κοκκινομάλληδες διάβολοι που έγραφαν τα μεταφρασμενα φτηνά αναγνώσματα της παιδικής μας ηλικίας. Ο δυτικός διάβολος, ο κοκκινομάλλης διάβολος, ο ξένος διάβολος – έχει το ίδιο όνομα με το “Γκέιλο” στα κινέζικα της Κίνας, “το άσπρο φάντασμα”, “ο άσπρος διάβολος”.

Η γλώσσα είναι όπλο: κι ύστερα προστέθηκαν τα ανγκ μο σάι, τα κοκκινομάλλικα σκατά, που δεν είναι οι ξένοι αλλά οι που ξεσηκώνουν τα χαϊρια τους, που προσκυνούν την κατανάλωση και τα πέντε C της Σιγκαπούρης. Τα σκατά του λευκού ανθρώπου – οι πουλημένοι.

Πίσω πάλι, στον κόσμο της εργασίας.

Στον κοινό, δημόσιο χώρο, ο αρχαίος πολιτισμός αφήνει ψιχουλάκια να τον βρεις. Ναι, εσύ ειδικά και μη γελάς. Εκεί σώζεται, μονάχα εκεί. Το αηδόνι του αυτοκράτορα. Το πρώτο κινέζικο παραμύθι που άκουσα ποτέ. Πάω στοίχημα το πρώτο, έστω από τα πρώτα και για σένα. Το σκέφτομαι και χαμογελάω γλυκά και έχω στο νου μου τον κήπο του αηδονιού, το δέντρο του και το κλαδί που κάθησε, το τελευταίο πετάρισμα των φτερών πριν ξαναρχίσει το καινούριο και πανάρχαιο τραγούδι, αυτό που ξαναθυμίζει και επιβεβαιώνει την αγάπη.

Κάτω απο την τρίτη πυλωτή, στο δάσος του τσιμέντου, σε θυμήθηκα, λοιπόν. Γιατί, κάτω από την τρίτη πυλωτή, στο δάσος του τσιμέντου, οι ξερακιανοί άνδρες εχουν φτιάξει ενα καφασωτό, καρφωμένο στο ταβάνι, με γάντζους ανά μισό τετραγωνικό, για να κρεμάνε τα κλουβιά στο πανηγύρι των πουλιών.

Στα μικρά διαμερίσματα η φύση είναι δυό γλάστρες, ένα κλουβί, ένα ενυδρείο. Η φύση παρούσα γιατί αλλοιώς ο άνθρωπος πεθαίνει, λέει η παράδοση. Και η φύση θέλει αέρα, πότε πότε – οπότε, πότε πότε, το κλουβί σκεπάζεται ύφασμα κλεμμένο λες από τα τσιτάκια της θείας Πανωραίας, φορτώνεται στο καλαθάκι του ποδηλάτου και έρχεται εδώ, βγαίνει το ύφασμα και κρεμιέται στο καφασωτό, μαζί με τα άλλα, να κάνουνε παρέα, να τα πούνε, να κελαδήσουν το τραγούδι της κοινωνίας τους και να το ακούμε μαγεμένοι, καθισμένοι στη σειρά, με όλη την προσοχή στραμμένη στα πετεινά του ουρανού, στη σιωπή της δικής μας κοινωνίας. Και ύστερα, να αναρωτηθούμε που είναι ο Γιάο κι ο Λι γιατί δεν ήρθε σήμερα, που η καρδερίνα του δεν έχει όμοιο της. Κι ύστερα πάλι σιωπή του ανθρώπου και γιορτή των πουλιών, ώσπου η ώρα η ελεύθερη να τελειώσει, να ξαναφορέσει η χαρά σου το τσιτάκι της και να τη γυρίσεις σπίτι. Μέχρι που ξανά, τα ψιχουλάκια της κοινωνίας και του αρχαίου πολιτισμού του ανθρώπου. (Ναι, ναι, στο έχω βίντεο, μην ανησυχείς!).

Ο κοινός χώρος είναι και άλλα πολλά. Στον παρουσιάζουν συνήθως σα χώρο φαγητού- για το φαγητό στη Σιγκαπούρη έχω πολλά να πω, μόλις βρω χρόνο, υπόσχομαι- μα είναι πολλά περισσότερα. Και για τους ανθρώπους της εργασίας, είναι πολλά που έχει πάψει να είναι για τους πλούσιους της Σιγκαπούρης που διασώζουν μια μνήμη του πολιτισμού του κοινού χώρου στα εμπορικά κέντρα, όπου αντί για καρδερίνες κρεμούν ακριβές τσάντες και αχρείαστα πανωφόρια. Αργότερα όμως, τώρα πρέπει να ετοιμάσω βαλίτσες…

* Σιγκαπούρη στη γλώσσα των Μαλαισιανών σημαίνει «η Πόλη των Λεόντων».

Εσείς τι λέτε;