. Πόρτο Λεόνε ΙΙ – περί Τζος και άλλων δαιμονίων 05/08/2012

Κάθε πρωί στη Τζιου Τσιατ οι νοικοκυρές κάνουν ουρές απέναντι από το τζαμί, στο ζαχαροπλαστείο που πουλά τα πρέποντα για το ραμαζάνι και τη γιορτή- καριπαφς, πιττούλες καυτερές, όχι τόσο διάσημες όσο αυτές ένα δρόμο παραπάνω, στην οδό Οναν, αλλά πιο “μαμαδίστικες”, πιο κοντά στο γούστο της νοικοκυράς που θέλει να μοιάζουν σπιτικά. Μαζί στην ουρά και κανα δυό πιτσιρικάδες, με τα σακίδια των λαπτοπ στον ώμο. Η διαφήμιση του ζαχαροπλαστείου είναι η αγαπημένη μου: ενα αγοράκι γύρω στα 14-15, μελαχροινό, με τεράστια γυαλιά και δύο κατάλευκα ολόστραβα δόντια κρατά όλο χαρά ένα μεγάλο τρίγωνο γλυκό. Δε θα τον έβλεπες ποτέ σε δυτική αφίσσα.

Απέναντι τα μαγαζάκια στη σειρά πουλάνε φρούτα, ανοξείδωτα, ηλεκτρικές συσκευές- τόσοι ατμομάγειρες ρυζιού μαζεμένοι μόνο στην Ανατολή. Δυό στενά πιο πάνω, το σουπερμάρκετ με τα χαλάλ κρέατα και τα μαύρα κινέζικα κοτόπουλα, που πουλά σε πεντάκιλα και δεκάκιλα το ρύζι, σε μπουκάλια δίλιτρα τη σάλτσα σόγια. Κάθε πρωί, νοικοκυρές με τα καλάθια, κινέζες με πανταλόνια, μαλαίσιες με μαντήλες, γυρνούν το δρόμο και ψωνίζουν.

Κάθε απόγευμα τα μαγαζιά κλείνουν. Μετα τις επτά ξέχνα το το ζαχαροπλαστείο του στραβοδόντη και τον μάστορη που κόβει σωλήνα χάλκινο με το μέτρο. Ξέχνα τη σόγια με το δίλιτρο και τα υγρά μαντηλάκια με τη ντουζίνα. Ξέχνα ακόμη και τα κινέζικα. Και θυμήσου την τόσο αγαπητή στην Ασία τέχνη του καραόκε και την Σαϊγκόν που τώρα πια τη λένε Χό Τσι Μινχ Σίτυ. Μόλις πέσει η νύχτα, η Τζου Τσιάτ γίνεται “Μικρή Σαϊγκόν”, με τα εστιατόρια που σερβίρουν το υπέροχο Φα, στη σειρά, να ταϊζουν τις μικροκαμωμένες βιετναμέζες πόρνες με τους πελάτες τους.

Κι από φωνή…

Η Μικρή Σαϊγκόν είναι γεμάτη καραόκε και καλντεριμιτζούδες. Στα καραόκε τραγουδούν για χάρη σου όποιες διαλέξεις. Πληρώνεις τη μπύρα 43-50 δολλάρια Σιγκαπούρης και τη συνοδεύεις με ένα”ιδιωτικό χορό” από τα κορίτσια με τις κοντές φούστες και τα πανύψηλα τακούνια. “Αν φοράνε ψηλά τακούνια μάλλον είναι πόρνες. Αν οι φούστες είναι πολύ κοντες, τα τακούνια ψηλά και οι παγιέτες κάμποσες, είναι σίγουρα πόρνες. Αν φοράνε ίσα παπούτσια, ότι άλλο και αν φοράνε, σίγουρα δεν είναι πόρνες”. Απλά πράγματα, ξεκάθαρα.

Υστερα, δεν ξέρω για ποιό λόγο, πριν το “happy ending”, το πληρωμένο σεξ, ο πελάτης πρέπει να βγάλει το κορίτσι για φαγητό. Αλλωστε, πριν λιγο του τραγουδούσε και του χόρευε. Ε, ας συνεχίσουμε να παριστάνουμε πως πρόκειται για ραντεβού. Πως αλήθεια σε θέλει.

Όχι, δεν είναι καλλίφωνες. Ούτε μία καλλίφωνη δεν συνάντησα, δεν κρυφάκουσα. Τραγούδι, φαγητό στο βιετναμέζικο με τις πλαστικές καρέκλες και Ξενοδοχείο 81. Με την ώρα. Εξι τουλάχιστον, όλα 81, σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου. Και μετά το σεξ, πάλι φαγητό, μόνες τους τώρα, στους φτηνότερους πάγκους της περιοχής – είναι σχεδόν συγκινητικός ο τρόπος που φέρονται στις κοπέλλες, φιλικά, ζεστά, ντροπαλά, τα αγόρια στα μουσουλμάνικα φαγάδικα, εκεί που καμμία άλλη γυναίκα δεν κάθεται, δεν πάει. Μια τρυφερότητα που δικαιολογεί το τσάι, τον καφέ, το φτηνό δεύτερο γεύμα περισσότερο από την πείνα.

Γνωστή διαδικασία, παγκοσμίως, θα μου πεις, με μια δυο μικρές τοπικές διαφοροποιήσεις για το εντόπιον του πράγματος. Ναι. Η μεγάλη διαφορά είναι άλλη.

Η επίκληση του θείου στα Κωλάδικα.

Η διαδικασία της προσευχής και του τάματος. Τα δώρα και οι προσφορές. Πριν και μετά το σεξ, πριν και μετα την διαδικασία, αφιερώματα στο Βούδα και τους θεούς του πλούτου και της καλής τύχης.

Το πρώτο που κάνει ο ιδιοκτήτης του κωλάδικου μόλις ανοίξει το μαγαζί είναι να φροντίσει να κάνει κινέζικες “σπονδές”- να προσφέρει στους θεούς αλκοόλ ζητώντας τις καλές δουλειές. Δεν χύνουν κάτω το ποτό, προσεκτικά το βάζουν ως το χείλος σε μικρά ποτήρια και αφήνουν δίπλα και γεμάτο το κανατάκι/τσαγερό, μπας και διψάσει κι άλλο ο ΕκείΠάνω.

Ο εκεί πάνω μπορεί να είναι θεός, μπορεί να είναι οι πρόγονοι. Και αλλοίμονό σου αν δεν τους τιμάς. Είσαι και παραμένεις δημιούργημά τους και συνεχίζουν να καθορίζουν την τύχη σου. Οπότε, τους καλοπιάνεις. Με φαγητό, με χάρτινα “αγαθά” που καίγονται, με Τζος πέηπερ, χαρτί Τζος (τζος όπως ντιός στα πορτογαλέζικα – από τους δυτικούς η λέξη), δηλαδή χάρτινα ψευτολεφτά, για να έρθουν τα αληθινά χοντρολεφτά. Στην κινεζούπολη καίνει χαρτιά τζος μόλις ανοίξουν το μαγαζί, πριν καν έρθει ο πρώτος πελάτης. Αυτά, τις καθημερινές. Γιατί μια φορά το τρίμηνο πρέπει να πάς να κάψεις τα ρημάδια τα ψευτολεφτά στον τάφο των προγόνων προσφέροντας μαζί και φαγητό. Και επίσης την τελευταία γκούτσι τσάντα για τη μαμά, τα τελευταία πράντα παπούτσια για το μπαμπά, σε χάρτινο πάντα, τα όμορφα ψευτοσινιέ όμορφα καίγονται. Η εξέλιξη της κινέζικης οικονομίας: από τα αυθεντικά υλικά αγαθά εντός του τάφου στα πήλινα κτερίσματα και από τα πήλινα κτερίσματα στις χαλκινες, πήλινες κ.α. Μινιατούρες κι από κει στα χαρτινα αντικείμενα – κι όχι μόνο αντικείμενα, μπορείς να του κάψεις κι έναν υπηρέτη του προγόνου, να μη κάνει μόνος του τις δουλειές εκεί στον κάτω κόσμο.

Πες μου, στο θεό που πιστεύεις…

Όχι μόνο στα κωλάδικα, λοιπόν. Παντού. Και οι προσφορές αλλάζουν. Και δεν είναι πάντα χάρτινες. Τα κορίτσια και οι ιδιοκτήτες των καραόκε κερνάνε τσίπουρα, σάκε, τους θεούς και τους προγόνους, τα ποτηράκια αραδιασμένα και γεμάτα μπρος στο στρουμπουλό καλοντυμένο και γελαστό πνεύμα της καλοπέρασης. Στο κομμωτήριο, όμως, αφήνουν πορτοκάλια σε ένα πολύ πιο αδύνατο θεό και στο μαγαζί με τα κινέζικα γιατροσόφια δεν έχουν καν άγαλμα- μόνο το κόκκινο χαρακτηριστικό “εικονοστάσι”, δύο ντόπια “κεριά” και τρία φρούτα σε ένα πιάτο.

Έξω από σχεδόν κάθε μαγαζί ένα αποτεφρωτήριο προσφορών. Οι πωλητές τους κάνουν χρυσές δουλειές. Σε κάθε δρόμο ένας πωλητής χάρτινων προσφορών – το γκουτσι φόρεμα και πλάκες χρυσού και φυσικα τα τζος – τα οποία είναι όμορφα, καλλιγραφικά, φαίνεται ότι έρχονται από παλιά. Μ αρέσουν τα τζος. Και η ετυμολογία μου αρέσει- έτσι, όλοι οι θεοί της Σιγκαπούρης γίνονται ένα.

Χάρτινες προσφορές ― απομιμήσεις πουκαμίσων, ρόλεξ, καδένων, γοβακίων, σνήκερς και άλλων επίγειων αγαθών.

Στ’ αλήθεια, ήταν έκπληξη. Είχα στο νου μου μια κοσμική χώρα. Ουρανοξύστες, τράπεζες, τρελλή ανάπτυξη. Κοσμική χώρα, ναι. Με βαθιά θρησκευόμενους κατοίκους. Μουσουλμάνους και ινδουιστές από την Ινδία, μουσουλμάνους αυστηρούς και σεμνούς της Μαλαισίας, βουδιστές κινέζους του Τζος. Ναοί παντού. Πιστοί παντού. Το έθιμο των αποτεφρωτηρίων και των ιδιωτικών ναϋδρίων πέρασε και στους ινδουιστές – μικροί ναοί με ελέφαντες και χορεύτριες έξω από τα φτηνά φαγάδικα κλέβουν την προσοχή.

Η Σιγκαπούρη είναι βαθιά θρησκευόμενη. “Δεισιδαίμων” λέει ο Νίκος, μα, είναι αναμενόμενο αυτό στα πολυθεϊστικά συστήματα, έτσι δεν είναι; όταν οι θεοί ή οι πρόγονοι πιάνονται σε καυγάδες, με κάποιου το μέρος πας, κάποιον θα θες να καλοπιάσεις μα παράλληλα θα φοβάσαι και τον άλλο… Παραμένει βαθιά θρησκευόμενη, λοιπόν. Ζητάει ανάπτυξη, λεφτά και πελάτες στα μαγαζιά παντός είδους με την εύνοια του θεού ή του προγόνου. Εκεί στηρίζει τις ελπίδες της. Και όσο όλα δείχνουν να πηγαίνουν καλά, θα συνεχίζει να τις στηρίζει. Αν πάλι αλλάξει το πράμμα, ε, δε θα είναι τόσο δύσκολο να αλλάξεις δαιμονική παράταξη και να περάσεις από τον χωροφύλαξ στον αστυφύλαξ… Έχει και τα καλά του ο πολυθεϊσμός.

Μικρη ανάσα. Παρασύρεσαι τόσο εύκολα από το εξωτικό… Ένας στους πέντε κατοίκους της Σιγκαπούρης είναι χριστιανός. Την δεύτερη μέρα μου εδώ, Κυριακή, στο διάδρομο με τους πάγκους του φαγητού σε ένα από τα μεγάλα κτηριακά συγκροτήματα γραφείων, μια οικογένεια, κάπου δέκα δώδεκα άνθρωποι, γιόρταζε τα γενέθλια της μητέρας. Στο τέλος του φαγητού, στο τέλος του happy birthday και του μικρου κάπ κέηκ σε πλαστικό, εσκυψαν όλοι μαζί, ένωσε ο καθείς τα χέρια του και ευχαρίστησαν το Θεό για το γεύμα τους. Ήρεμα, ήσυχα, μες στην πολύ συνάφεια των ανθρώπων.

Η Σιγκαπούρη πιστεύει. Από φόβο, από ανάγκη, από το πορτοφόλι της, από την καρδιά της. Και δεν της φαινότανε καθόλου.

2 σχόλια:

  1. Ανοίξαμε και σας περιμένουμε | Locandiera έφα:

    […] όχι και τόσο λαγγεμένη Ανατολή. Αρχή του παραμυθιού, η πίστη στη Σιγκαπουρη, καλημέρα σας. Καταχωρημένο ως: Προσωπικά, […]

  2. Elias έφα:

    “Τζος” μάλλον εμείς θα το λέγαμε: “Άγιος” ή “Άγγελος”. Ένα λειτουργικό θεϊκό ον, χωρίς ηθικό νόμο, με το οποίο μπορείς να κάνεις εμπορικές συναλλαγές – σου δίνω και μου δίνεις.

Εσείς τι λέτε;