. Holidays in Cambodia I 24/08/2012

Αδύνατοι και νευρώδεις, ηλιοκαμμένοι, ξερακιανοί αγρότες. Σκληρή δουλειά, ήλιος που καίει, ανάσα ο μεσημεριανός υπνάκος. Οι γυναίκες στο χωράφι, οι άντρες στην αγορά, στη στέγη που θέλει κι άλλα φύλλα μπανανιάς να μη στάζει, στην οικοδομή της μεγάλης πόλης που αρχίζει να πλουτίζει από τον τουρισμό. Οι καμπινέδες μακρυά από το σπίτι, το αυτοκίνητο σύμβολο κοινωνικής ανόδου, τρικάβαλο στη μηχανή, το φορτηγό μέσο μεταφοράς ανθρώπων, τα οικόσιτα ζώα σε συνθήκες ανθρώπινες, μικρής οικιακής παραγωγής, αδύνατα κι αυτά μα πεντανόστιμα.

Καμπότζη. Οι μνήμες του πατέρα, οι φωτογραφίες του παππού. Μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η άλλη μισή μου καρδιά στην Καμπότζη βρίσκεται. Η παράδοση, ο πλούτος της, τα τραύματα να χάσκουν, οι μισές αλήθειες, τα ολόκληρα ψέμματα. Τα παιδιά με τα σοβαρά βλέμματα. Η ξυπόλυτη ελευθερία, ένα μπαλόνι για μπάλλα και ωρες χάζεμα οι κάμπιες. Οι μουσικοί με το ένα χέρι, χωρίς πόδια, τα θύματα των ναρκών και των βομβών που αφήσανε στο πέρασμά τους οι φονιάδες των λαών, ο σακάτης ζητιάνος που όταν του δώσαμε ένα δολάριο έκανε τη βαθύτερη υπόκλιση που μπορεί να κάνει άνθρωπος, αυτός σοκαρισμένος από το ποσόν, εμείς σοκαρισμένοι από τη σημασία του που ξαφνικά συνειδητοποιούσαμε: ω ναι, το ξέραμε, ένας μέσος μισθός/ μέσο μηνιαίο εισόδημα στην Καμπότζη είναι 70 δολάρια – το δολάριο είναι επίσημο νόμισμα.

Η υπεύθυνη, η πολιτισμένη, η ολόλαμπρη φτώχεια της Καμπότζης.

Με τις μηχανές περιδιαβαίνουμε τους χωματόδρομους. Είμαστε η φασαρία, ο μπουχός, η πρόσκληση στο άγνωστο. Το βλέμμα μόλις προλαβαίνει να ακουμπήσει. Ρυζοχώραφα, ξυλοκαλύβες, φύλλα και μπαμπού, πηλός και σβουνιές με εκείνη την καθαρή μυρωδιά πριν την εκμετάλλευση και τα δηλητήρια. Βαρκούλες δίπλα στο ρυακι, στον παραπόταμο, στη λίμνη. Όλα από τη φύση, όλα πίσω στη φύση.

Το πλαστικό. Η καταστροφή της κοινωνίας όπου όλα ανακυκλώνονται, που τίποτε ως τώρα δεν την κατέστρεφε, όλα την έθρεφαν. Το πλαστικό – εισαγώμενο. Του φέρονται όπως φερονταν στα κλαδιά, στα φλούδια των καρπών, στα τσόφλια των αυγών. Μετά τη χρήση, πετάς το περιττό σε σένα στη φύση και αυτή το κάνει πάλι χρήσιμο. Μέχρι τώρα. Δεν ξέρουν το πλαστικό, το μαθαίνουν δηλητήριο στο πολύτιμο νερό. Όπως σύντομα θα μάθουν τα φυτοφάρμακα, τις ορμόνες, τα εισαγώμενα προϊόντα.

Το ρύζι άλλαξε. Ο Τίσεθ μας λέει να, αυτό εδώ που βλέπετε, το κοντούτσικο, είναι “the normal rice”, που δίνει τρεις σοδειές το χρόνο. Το καινούριο, το θαυματουργό. Αλλά, οι περισσότεροι ξεροκέφαλοι αγρότες στη λίμνη, λέει, επιμένουν να καλλιεργούν “the heavy rice”, αυτό το ψηλό, που ανεμίζει και θροϊζει, που δινει μια σοδειά το γεωργικό χρόνο και τραγουδάει ακόμη όπως τον αρχαίο καιρό. Αυτό που δε θέλει λίπασμα. Το λίπασμα είναι ακριβό και αυτό μας σώζει, που δεν το αντέχουμε οικονομικώς, ούτε εμείς ούτε η κυβέρνηση.

Μη το ξεχάσω, είναι κι ένα ακόμη ρύζι, ένα ρύζι που είναι δώρο του νερού και του Θεού, “το ρύζι που επιπλέει”, που δεν το φυτεύεις, που δεν προετοιμάζεις για χάρη του το χώμα, που δε ζητά τίποτε. Κατά τον Απρίλη πετάς το σπόρο, έτσι χωρίς πρόγραμμα, στο ακόμη ξερό χώμα, σε γη που δεν κάνει για τίποτε θα σου πει ο γεωπόνος, αλλά η παράδοση λέει αλλοιώς, κι έτσι πετάς το ρυζι στα χαμένα, ανάβεις το κεράκι σου, κι ύστερα έρχεται το νερό και το κανακεύει και τον βγάζει στην επιφάνεια και εσύ μαζεύεις “ρύζι που επιπλέει” εννιά μήνες μετά – εννιά μήνες αφού ρίξεις το σπόρο έρχεται ο ευλογημένος καρπός.

Τα άλλα χωράφια θέλουν ετοιμασία. Ζευγάς και ζευγαρωμένοι νεροβούβαλοι. Τα πόδια στο νερό, το κεφάλι στον ήλιο, τα χέρια σταθερά. Το ρύζι. Η Καμπότζη είναι αγροτική χώρα, 80% του πληθυσμού είναι αγρότες. Τα χωράφια είναι της κοινότητας, ο καθένας έχει ενα κομμάτι, αλλά δουλεύουν όλοι μαζί, μοιράζονται τον κόπο, κάποτε και τα ζώα, αλλά ο καρπός του καθενός είναι ορισμένος από τη γη που του δόθηκε, εξαρχης. Η γη της κοινότητας, η σοδειά του αγρότη. Παραδοσιακοί – καλλιεργούν τη γη με τον παλιό τρόπο, με τον παλιό σπόρο. Η Καμπότζη παράγει το λιγότερο ρύζι ανά στρέμμα από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο. Μα δεν έχεις φάει ποτέ σου ρύζι, ποτέ. Δεν είχα φάει ποτέ μου ρύζι σαν αυτό που αγόρασα βρασμένο από ωραία γραία στο δρόμο της Πνομ Πενχ για 20 λεπτά το μπωλ. Τα στρογγυλά, τα έχουμε. Μα στο μακρύκοκκο, το αρωματικό, το ρύζι της Καμπότζης, το παλιωμένο και φυσικό, είναι το ωραιότερο ρύζι που γεύτηκα ποτέ, που κάθε σκέτος, ανάλατος κόκκος του ήταν μια χωριστή γευστική πανδαισία.

Περνάμε με τις μηχανές, ίσα να αγκαλιάσει το βλέμμα μια στάλα ζωή. Γι’ αυτό το εκπαίδευες τόσα χρόνια. Τα παιδιά τρέχουν ξυπόλυτα, τα μικρότερα γυμνά – αγόρια και κορίτσια μες στη γύμνια της αθωότητας. Οι μανάδες παρακολουθούν πιο πίσω γελαστές τον αγώνα τους να μας πλησιάσουν – να μας αγγίξουν ή να πάρουν γλυφιτζούρι. Κάποια τα φέρνει ο γονιός. Όπως αυτό το τρίχρονο, τετράχρονο που βάζει το γλυφιτζούρι με το χαρτί στο στόμα, πεινασμένα, απότομα, μόλις το πιάνει στο χεράκι. Κάποτε ο γονιός μου χαμογελάει. Το γεγονός ότι είναι γυναίκα πάνω στη μηχανή είναι καθησυχαστικό. Πάνω από χίλιοι “πολιτισμένοι” δυτικοί έχουν συλληφθεί για παιδεραστία στην Καμπότζη τα τελευταία πέντε χρόνια. Ένας κάθε μέρα, εκτός ΣΚ. Ο εγκληματικός τουρισμός των γερμανών και των ολλανδών απλώνεται πια σε ολόκληρη την νοτιανατολική Ασία.

Κάποια έχουν μάθει ήδη να ζητιανεύουν. Από τις μηχανές, τους περαστικούς άσπρους ανθρώπους. Το χεράκι δεν απλώνεται να χαιρετήσει αλλά να ζητήσει. Τα περισσότερα όμως… καταλαβαίνεις την τρέλλα της υιοθεσίας – και τα ορφανοτροφεία που ξεφυτρώνουν παντού, για ορφανά και για όσα οι γονείς τους δε μπορούν να τα ζήσουν. Μετεμφυλιακή Ελλάδα. Τα ιδρύματα, τα παιδιά-στόματα που περισσεύουν. Παιδιά που μεγαλώνουν μόνα τους, στη φύση, στο νερό, γυμνά, όμορφες συμμορίες γαβριάδων κάτω από το πάτωμα.

Οι καλύβες είναι πάνω σε πασσάλους. Δύο τρία μέτρα πιο ψηλά από το χώμα, να μη μπει το νερό. Στη σκιά από κάτω δυό τρεις αιώρες, μια ξύλινη πλατφόρμα-ντιβάνι. Εκεί η μάνα και τα παιδιά βγάζουν το μεσημέρι. Κι ύστερα, πέντε μέτρα πιο έξω, η μάνα ψήνει πιτάκια από ρυζάλευρο στη φωτιά, στο παραξενο ταψί-τηγάνι, στρογγυλό σα σινί ηπειρώτικο, από αυτά που έβαζε η γιαγια στη χόβολη να ψήσει πίττες στη φωτιά, στο τζάκι, όποτε ερχόμασταν στο χωριό. Καμποτζιανοί ηπειρώτες μου παλιοί, λιγόφαγοι. Το γλυκό ξένο – έχουν όλα τους τα δόντια, τόσο που δε γίνεται να μη το προσέξεις. Και μαζί έχουν το καθαρό, σκληρό βλέμμα του ανθρώπου της γης. Αυτό που ταιριάζει με τα αργασμένα από το νερό και τη δουλειά χέρια.

Συνεχίζεται…

2 σχόλια:

  1. Yannis Papakonstantinou έφα:

    Eksairetiko, opos kai ta ypoloipa.

  2. Em έφα:

    ❤❤❤

Εσείς τι λέτε;