. Holidays in Cambodia II 29/08/2012

Η πρώτη εικόνα της Καμπότζης δεν είναι ριζοχώραφα, νεροβούβαλοι, γυμνά ηλιοκαμμένα πιτσιρίκια. Είναι αεροδρόμιο. Επαρχιακό, καλοσυντηρημμένο, μεγεθους αεροδρομίου Θεσσαλονίκης κι αν. Καλως Ορίσατε στην Πνομ Πενχ.

Το πρώτο που τραβάει το βλέμμα, τα γράμματα. Τόσο όμορφα, σα σκίτσα από απόκοσμα, αλλόκοσμα άνθη. Το μεγαλύτερο συλλαβικό αλφάβητο στον κόσμο, μου λένε. Μια γλώσσα “κανονική”, όχι τονική, μες στον ωκεανό των ασιατικών τόνων. Τα γράμματα των Χμερ: ακόμη και το όνομά τους έχει κάτι από Σταρ Τρεκ. Γράμματα που στοιβάζονται το ένα πάνω απ’ τ’ άλλο, κάτω απ’ τ’ άλλο – αμπέλια, κλιματσίδες, σταφύλια συλλαβές, να δροσίζεται η κοινωνία.

Οι πόλεις δε μοιάζουν με την εξοχή. Η απλή ζωή σου όμως κλείνει πότε πότε το μάτι – αιώρες δεμένες στο σκέπαστρο των τουκ τουκ ή στα “μικρομάγαζα” με ρόδες και “τζαμαρία” που δεν πουλάνε κουλούρια και τρίγωνα τυράκια αλλά ψάρι αποξηραμένο και τριζόνια τηγανητά. Το παρελθόν του μακρινού σου τόπου κάνει αναγνωριστικές πτήσεις πάνω από τον παγωτατζή της παιδικής σου ηλικίας που γυρνοβολάει με το ποδήλατο και το μαγικό κάλεσμα του κουδουνιού, τη γριά που στέκεται ακίνητη λες και επιτηρεί ταπεινά το σύμπαν από τη γωνία, το παλάτι και τις λεωφόρους με τα τρανταχτά ονόματα στην πρωτεύουσα.

Το κίτρινο υγρό μες στα μπουκάλια δεν είναι φάντα ή σπιτικό αναψυκτικό – είναι βενζίνη. Τόσο φτηνότερη στην Ταιλάνδη που φέρνουν λαθραία και πουλάνε σε μπουκάλια για τα μηχανακια.

Στον καφενέ, ελληνικά πράγματα. Κέρασμα να δροσιστείς- καυτό τσάι στην κανάτα, ποτήρια με παγάκια. Δωρεάν- μια στάλα φιλοξενία σαν το ρωμέικο ποτήρι το νερό. Όχι για να αγοράσεις το εμπόρευμα μετά, υποχρεωμένος, καταπώς οι αδελφοί μου οι μπαγαπόντηδες και τετραπέρατοι αιγύπτιοι – όχι, ετούτο είναι κέρασμα αληθινό. Παράδοση. Συγκίνηση.

Πνομ Πενχ, περιφέρεια πρωτευούσης. Οι δρόμοι της δεν είναι τριτοκοσμικοί, η πόλη είναι πολύ πιο “υγιής” από τις αφρικανικές πρωτεύουσες – οι υπόνομοι είναι κλειστοί, το νερό πόσιμο αν και όχι παντού τρεχούμενο ακόμη, οι περιοχές των πλουσίων και των φτωχών δεν χωρίζονται σαφώς – μόνη εξαίρεση οι πρεσβείες, οι περίκλειστες των τειχών του φόβου. Ακόμη πιο φανερή είναι η διαφορά στη Σιαμ Ρεπ – Σιαμ Ρεπ πάει να πει “Εκεί που νικήσαμε τους Ταϊλανδούς”, τα πολίτικαλι κορεκτ δεν μας άγγιξαν εδώ ακόμη. Κι ας μην είναι εδώ πόσιμο το νερό, κι ας διαφημίζουν τα ρεστωράν πως “τα παγάκια είναι απο εμφιαλωμενο νερό και κατασκευαζονται στην κουζίνα μας”.

Το Σιαμ Ρεπ ζει από τους τουρίστες. Προσφέρει υπηρεσίες σε όσους φτάνουν εδώ καραβάνια να θαυμάσουν το Ανκορ Βατ. Η διαδρομή τους δεδομένη. Ανατολή στο Άνκορ, Ααααα, Οοοο, μία βόλτα εκεί που η Αντζελίνα γύρισε το Τομπ Ράιντερ, φωτογραφία στο Πάλκο (διοτι έχουν στήσει πάλκο οι αρχές, για να απολαύσεις τη φωτογραφία σου), γελια και αστεϊσμοί και μικρές Αντζελίνες κάτω από τα πανάρχαια δέντρα, τον τόπο που το μεγαλείο της φύσης και η ομορφιά του ανθρώπου συναντήθηκαν πολύ πριν το Χόλιγουντ τα κάνει σκηνικό. Το απόγευμα, κατα τις πέντε, ηλιοβασίλεμα στο Άνκορ Βατ και Αααα, Οοοο, γιέααα, και μετα φαγητό και ξενύχτι και ποτό και “το είδαμε κι αυτό, πάμε τώρα να πιούμε και να ξεράσουμε στη γωνία”. Θα σου πω αλλη φορά για την ομορφιά που θα σώσει τον κόσμο και που είναι το Ανκορ Βατ και το Μπαγιόν-που- δεν- το – προτιμούν- οι – τουρίστες. Τώρα θέλω να σου πω για το Σιαμ Ρεπ. Που μεγαλώνει, γεμίζει ξενοδοχεία και πανδοχεία και εστιατόρια και ρεστωραν και το πατάρι του φτωχού, μη εγχειρισμένου τραβεστί, που ανακαλύπτει τον κόσμο και τον εαυτό του μες από τα μάτια του τουρίστα και εκβαρβαρίζεται. Όχι ραγδαία- η Καμπότζη δέχεται λιγότερο από ένα εκατομμύριο τουρίστες το χρόνο, όλοι σχεδόν περνούν απ’ το Σιαμ Ρεπ, αλλά το 70% αυτών των τουριστών είναι ασιάτες. Ο γιάπωνας και ο κινέζος δεν ξερνάνε στις γωνίες. Δυστυχώς, δεν τους έμοιασε ο αυστραλός κι ο γάλλος, ο εγγλέζος κι ο γερμανός του τουρισμού της παιδεραστίας.

Το Σιαμ Ρεπ μιλάει αγγλικά. Πουλάει ότι έχει και δεν έχει – απαστράπτοντα δωμάτια με δέκα δολάρια, ολόφρεσκο ψαράκι από τη λίμνη με τρία, ρύζι από το χωράφι για λίγα σεντς, κρεπες με μπανάνα και σοκολάτα στο ντόπιο νόμισμα. Και ύστερα μεταφοραί εκδρομαί ο Σιμ, τουκ τουκ που πουλάνε δυτικό παραμύθι Τρανσφόρμερς και σου ζητανε “δώσε μου ακόμη ένα δολάριο” και άμα ρωτήσεις “γιατί;” σηκώνουν αδιάφορα τους ώμους: γιατί έτσι, γιατί έχεις. Το Σιαμ Ρεπ είναι η μεγάλη πληγή στο κορμί της Καμπότζης. Μαζί με τα υπολείμματα του θανάτου, του εμφυλίου. Την περιφρόνηση της ζωής, την εκμετάλλευση της γυναίκας- βιασμοί, απαγωγές παιδιών, παιδιά στο δρόμο. Και μαζί τα δάκρυα του αγοριού που μεγάλωσε στο ορφανοτροφείο και δες, τώρα δουλεύει σκληρά, και 14 και 15 ωρες τη μέρα πάνω στη μηχανή, για το κορίτσι του, που είναι στον πρώτο μήνα της εγκυμοσύνης και θα φέρει στον κόσμο ένα μωρό με δύο γονείς.

Στη Σιαμ Ρεπ, οι Ερυθροί Χμερ δεν εμφανίζονται πουθενά. Λες και δεν πέρασαν ποτέ, λες και δεν κράτησαν φυλακισμένα τα μνημεία, μακρυά από βλέμμα και σεβασμό. Στην Πνομ Πενχ πάλι είναι παρόντες ως “ατραξιόν”. Τα Χωράφια του Θανάτου, the killing fields φέρνουν συνάλλαγμα. “Θέλω να πάτε Λαμπρινή, να καταλάβετε τι πέρασε η Καμπότζη” λέει ο καπάτσος και παμπόνηρος ξενοδόχος μας για να μας πουλήσει εκδρομή με οδηγό τον αδελφό του. Ξενάγηση στην φρικαλεότητα, τη βαρβαρότητα, τον ολοκληρωτισμό της πολ-ποτικής μεταφυσικής. Και μισές αλήθειες.

Ακούς τη διήγηση και είναι λες και ο Πολ Ποτ φύτρωσε. Ετσι ξαφνικά, όπως τα φέρνει η άνοιξη, ο Πολ Ποτ και οι στρατιώτες του- που- φύτρωσαν- από- το χώμα κατέλαβαν την Πνομ Πενχ. Οι στρατιώτες του αλήθεια φύτρωσαν από το χώμα. Ο Πολ Ποτ ήταν πολέμαρχος μικρού βεληνεκούς μέχρι που οι αμερικάνοι ανέτρεψαν το βασιληά μας και απελευθερωτή της Καμπότζης από τα αποικιακά δεσμά, το Νοροντόμ Σιχανούκ. “Δεν αποδεικνύεται ότι οι αμερικάνοι βρίσκονταν πίσω από το πραξικόπημα” που ανέτρεψε το Σιχανούκ, γράφει η Γουικιπίντια. Το Σιχανούκ που λίγο πριν είχε πει στους αμερικάνους ότι αν τολμήσουν να βομβαρδίσουν Καμποτζιανό έδαφος (διότι λέει κρύβονται εκεί βιετναμέζοι κομμουνισταί) θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα. Το Σιχανούκ που στην αγγλική, γαλλική, ισπανική διήγηση των γεγονότων στα Killing Fields είναι ανύπαρκτος.

Κι όμως. Την πρώτη νύχτα της ανατροπής του Σιχανούκ ο Πολ Ποτ είδε το στρατό του να γίνεται από εξι χιλιαδες, πενήντα χιλιάδες. Είδε κατά χιλιάδες τους αγρότες, τους πιστούς στο βασιληά ηγέτη του αντιαποικιοκρατικού αγώνα να ενώνονται μαζί του, κι ας μην είχαν ιδέα τι είναι (κι αν είναι) κομμουνισμός. Αρκεί που ήταν κατά των αμερικάνων, οι οποίοι, είπαμε “δεν αποδεικνύεται ότι βρίσκονταν πίσω από το πραξικόπημα”.

Στα Killing Fields οι αλήθειες είναι μισές, δεν είναι αλήθειες. Αποστείρωση και αμερικανολατρία στον τόπο του μαρτυρίου. Λεφτά για το χώρο, το μνημείο, από θύμα του Πολ Ποτ από την αριστοκρατία, που διέφυγε στην Αμερική και ύστερα γύρισε να μας μάθει αυτό που ζήσαμε. Τόσο ψέμμα μέσα σε τόσο ειλικρινή, βαθύ πόνο.

Μεγαλύτερο ψέμμα, το δέντρο των μικρών παιδιών. Εδώ, σου λένε, σε αυτό το δέντρο, μες σε ολόκληρο δάσος, σε αυτό το συγκεκριμένο δέντρο, έφερναν τα νήπια και τα χτυπούσαν, τα έπιαναν αποό τα πόδια και χτυπούσαν το κεφάλι τους στο δέντρο μέχρι να χυθούν τα μυαλά τους έξω. Γιατί οι σφαίρες ήταν ακριβές. Αφού βουρκώσεις, αφού κλάψεις, αναρωτιέσαι- σκοτώναν τους άλλους, μου είπατε και το βρίσκω λογικό, αγρότες όντας, με τσάπες και φτυάρια και κασάρες και κάθε είδους αγροτικά εργαλεία. Γιατί αυτή η εξαίρεση για τα παιδιά; ειδικά για τα παιδιά, που κάθε αναφορά σε βάσανό τους μας ξεσηκώνει όλους;

Κι ύστερα θυμάσαι το παραμύθι-είδηση, ίδιο και απαράλλαχτο, που έχει γίνει δημοσιογραφική εργασία- μάθημα και που εμφανίζεται σε όλους τους πολέμους, από την Κριμαία ως τη Γιουγκοσλαυία. Τα παιδιά που, οι απάνθρωποι φαντάροι του εχθρού, τα πετούν στον αέρα και περιμένουν από κάτω με τις ξιφολόγχες.

Η Καμπότζη. Μετεμφυλιακή Ελλάδα.

2 σχόλια:

  1. Elias έφα:

    Δεν είναι συλλαβικό το αλφάβητο των Κμερ! “Κανονικό” αλφάβητο είναι, όπως και το ελληνικό, το λατινικό κ.λπ.

  2. admin έφα:

    Έχεις δίκιο, δεν είναι συλλαβικό.

    Αλλά ούτε «κανονικό» σαν το δικό μας είναι. Ψάχνωντας περισσότερο το «alphasyllabic» που με μπέρδεψε, είναι κάτι το ενδιάμεσο.

    Η Wikipedia το αναφέρει ως Abugida (Alphasyllabary), και σε αυτά τα συστήματα γράφονται μαζί σετάκια από σύμφωνα και φωνήεντα (ενώ σε εμάς αντιμετωπίζονται το ίδιο):

    An abugida, also called an alphasyllabary, is a segmental writing system in which consonant–vowel sequences are written as a unit: each unit is based on a consonant letter, and vowel notation is secondary. This contrasts with a full alphabet, in which vowels have status equal to consonants (…)

Εσείς τι λέτε;